Έκθεση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) καταγράφει ότι η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους της ακόμη και σε ένα ιδιαίτερα δυσμενές διεθνές οικονομικό περιβάλλον, αναδεικνύοντας τη σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια.
Η έκθεση με τίτλο «Euro Area Stability Watch» εξετάζει τους μακροοικονομικούς και χρηματοπιστωτικούς κινδύνους για την Ευρωζώνη, καθώς και τις επιπτώσεις τους στις δημοσιονομικές επιδόσεις των κρατών-μελών και στις αγορές κρατικών ομολόγων.
Η ανάλυση βασίζεται σε ένα δυσμενές σενάριο του ESM, το οποίο προβλέπει νέα κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, άνοδο των τιμών της ενέργειας και παράλληλα σημαντική υποχώρηση των τιμών αμερικανικών μετοχών και ομολόγων, με συνέπεια απώλειες και για τους Ευρωπαίους επενδυτές.
Σύμφωνα με την έκθεση, ο συνδυασμός αυτών των δύο εξελίξεων θα οδηγούσε την οικονομία της Ευρωζώνης σε ύφεση, με το ΑΕΠ να μειώνεται κατά 0,4% το 2027 και τον πληθωρισμό να διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 3,4%, προσεγγίζοντας το 5% σε ορισμένες περιόδους.
Με βάση αυτό το σενάριο και χωρίς αλλαγές στην ασκούμενη πολιτική, το δημόσιο χρέος θα αυξανόταν έως το 2035 σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρωζώνης, με μοναδικές εξαιρέσεις την Ελλάδα και την Κύπρο, όπου θα συνέχιζε να μειώνεται.
Παράλληλα, το συνολικό δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης θα ήταν περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο σε σύγκριση με το βασικό σενάριο του ESM, το οποίο ευθυγραμμίζεται με τις τελευταίες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Στο βασικό σενάριο του ESM, το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης εκτιμάται ότι θα αυξηθεί την επόμενη δεκαετία, φτάνοντας το 103% του ΑΕΠ από σχεδόν 90% το 2025. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στη δημογραφική γήρανση, στην αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 3,5% του ΑΕΠ, στο υψηλότερο κόστος δανεισμού και στους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αντίθετα, για την Ελλάδα και τις υπόλοιπες χώρες που συμμετείχαν σε προγράμματα του ESM την προηγούμενη δεκαετία, προβλέπεται περαιτέρω αποκλιμάκωση του χρέους.
Τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν τη θετική πορεία της Ελλάδας, καθώς το πρώτο τρίμηνο του 2026 το ελληνικό δημόσιο χρέος μειώθηκε με τον ταχύτερο ρυθμό στην Ευρωζώνη. Διαμορφώθηκε στο 143,5% του ΑΕΠ, καταγράφοντας πτώση 9,4 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, όταν ανερχόταν στο 152,9%. Την ίδια περίοδο, το χρέος στο σύνολο της Ευρωζώνης αυξήθηκε στο 88,9% του ΑΕΠ από 87,2%.
Ανάλογες προβλέψεις για τη συνέχιση της αποκλιμάκωσης του ελληνικού χρέους διατυπώνουν τόσο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο όσο και οι διεθνείς οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος θα περιοριστεί στο 110,9% του ΑΕΠ έως το 2031, από 145,7% το 2025.
Την ίδια περίοδο προβλέπει ότι το χρέος της Γαλλίας θα αυξηθεί στο 120,7% από 116%, του Βελγίου στο 122,3% από 106,3%, ενώ της Ιταλίας θα υποχωρήσει οριακά στο 136,1% από 137,1% του ΑΕΠ. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, το ελληνικό δημόσιο χρέος αναμένεται μέσα στην επόμενη πενταετία να διαμορφωθεί σε χαμηλότερα επίπεδα όχι μόνο από το ιταλικό, κάτι που εκτιμάται ότι θα συμβεί ήδη από φέτος, αλλά και από το γαλλικό και το βελγικό.
Η σταθερή αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους συμβάλλει στη διατήρηση του spread των ελληνικών κρατικών ομολόγων έναντι των γερμανικών σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, παρά το κλίμα διεθνούς αβεβαιότητας που προκαλεί η ένταση στη Μέση Ανατολή.
Η νέα άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου οδήγησε σε αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων διεθνώς, με το γερμανικό δεκαετές να προσεγγίζει το 3,20% την Πέμπτη. Την ίδια στιγμή, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς διαμορφώθηκε στο 3,92%, παραμένοντας χαμηλότερη από εκείνη των αντίστοιχων γαλλικών και ιταλικών τίτλων, οι οποίες ξεπέρασαν το 4%.
