Πρόσφατα η Ελλάδα και η Κύπρος συντάχθηκαν με την ευρωπαϊκή καταδίκη του ισραηλινού σχεδίου που προβλέπει νέα οικιστική επέκταση με τη δημιουργία οικισμών που διασπούν την εδαφική συνέχεια της Δυτικής Οχθης. Υπονομεύεται έτσι η δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, θέση που υποστηρίζει η Ελλάδα.
Είναι αλήθεια πως οι δύο χώρες δεν θα μπορούσαν να δεχθούν εύκολα το ότι διά της ισχύος είναι δυνατόν να αλλάξει το εδαφικό καθεστώς μιας περιοχής. Ιδίως η Κύπρος θα αντιμετώπιζε τις συνέπειες μιας προφανούς αντιφάσεως, αφού εδώ και 52 χρόνια επικαλείται συνεχώς το Διεθνές Δίκαιο απέναντι στην τουρκική εισβολή.
Προφανώς η επιβεβλημένη αυτή επίκληση δεν μπορεί να γίνεται «α λα καρτ». Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, αφού η εξωτερική πολιτική οφείλει να ασκείται μέσα από συμφέροντα, συσχετισμούς και ισορροπίες. Αυτό που δείχνει να διακυβεύεται στις σχέσεις Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ με την εξέλιξη αυτή είναι το οικοδόμημα ενός ισχυρού στρατηγικού άξονα, με ιδιαίτερη σημασία για την Αν. Μεσόγειο, σε επίπεδο αμυντικής συνεργασίας, ανταλλαγής τεχνογνωσίας, κοινών ασκήσεων, ενεργειακών προοπτικών κ.λπ.
Κι όλα αυτά μέσα σε μία εξαιρετικά ασταθή γεωγραφική περιοχή. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι μόλις πριν από λίγες ημέρες ανακοινώθηκε η υπογραφή μιας γιγάντιας ελληνοϊσραηλινής συμφωνίας αεράμυνας, ύψους άνω των 3 δισεκατομμυρίων ευρώ, με ισραηλινά συστήματα να εντάσσονται στη λεγόμενη «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Προφανώς και μία δημόσια διαφοροποίηση σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα δεν σημαίνει αυτομάτως και ρήξη. Ούτε, φυσικά, μπορεί να πιστέψει κάποιος ότι το Ισραήλ θα εγκαταλείψει τη στρατηγική σχέση του με την Ελλάδα επειδή διαφωνούμε στον εποικισμό της Δυτικής Οχθης. Υπάρχει πάντα, όμως, ο κίνδυνος κάποια στιγμή οι διαφωνίες να πάψουν να είναι περιστασιακές και να εξελιχθούν σε πολιτική απομάκρυνση.
Αυτό είναι κάτι που ο Νετανιάχου ένιωσε την ανάγκη να το επισημάνει, τόσο με την ευχαριστήρια δήλωσή του προς τον Σλοβένο πρωθυπουργό, εγκωμιάζοντάς τον «για το θάρρος και τη σαφήνειά του μέσα στην υποκρισία της Ε.Ε.», όσο και με την αναφορά του ότι αυτή «παραμένει σιωπηλή όταν η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, κατέχει παράνομα τη μισή Κύπρο»! Αν αυτό το τελευταίο δεν είναι μία σαφής προειδοποίηση και μία τετραπλή διπλωματική σφαλιάρα (προς Ε.Ε., Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία), τότε δεν ξέρω πώς αλλιώς μπορώ να το χαρακτηρίσω.
Η Ελλάδα οφείλει λοιπόν να λάβει υπ’ όψιν της (και πέρα από διαφορετικές αξιακές προσεγγίσεις και διαφοροποιήσεις που μπορεί να έχει με τους συμμάχους της) ότι το Ισραήλ βρίσκεται σήμερα σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξανόμενης πίεσης. Οταν λοιπόν ακόμη και χώρες που θεωρούσε φιλικές συμμετέχουν σε δημόσιες καταδίκες του, τότε το μήνυμα της Ιερουσαλήμ δεν πρέπει να λαμβάνεται αψήφιστα.
Κι αυτό γιατί τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Κύπρο η διακύβευση δεν είναι αμελητέα. Σε μία εποχή που η Τουρκία επιχειρεί να ενισχύσει την παρουσία και την επιρροή της στην Αν. Μεσόγειο, η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ αποτελεί σημαντικό γεωπολιτικό αντίβαρο και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με διπλωματική αφέλεια, εμμονές και αγκυλώσεις.
Από την άλλη πλευρά, ούτε η σιωπή απέναντι σε κάθε ισραηλινή ενέργεια θα ήταν σοφή, αφού η μετατροπή μας σε άκριτο χειροκροτητή του δεν νοείται ως άσκηση σώφρονος εξωτερικής πολιτικής. Μάλλον ως υποτέλεια μπορεί να εκληφθεί και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε παραίτηση από εθνικές ή διπλωματικές αξιώσεις και πρακτικές. Το ζητούμενο είναι η ισορροπία και αυτό είναι κάτι στο οποίο δυστυχώς δεν διακρίνεται η πατρίδα μας, αν ληφθούν υπ’ όψιν οι εξελίξεις στις σχέσεις μας τόσο με την Αίγυπτο όσο και με τη Σαουδική Αραβία.
*Διευθυντής περιοδικού «Ενδοχώρα»

