Νέα «φωτιά» αναμένεται να πάρουν οι μηνιαίες δόσεις των δανείων στα ελληνικά νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις από τη νέα αύξηση των επιτοκίων του ευρώ κατά 25 μονάδες βάσης, που ανακοίνωσε χθες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Η νέα αύξηση οδηγεί το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ στο 2,50%, ενώ μαζί με την αντίστοιχη κίνηση του Ιουνίου η συνολική αύξηση μέσα στο 2026 φτάνει πλέον τις 50 μονάδες βάσης.
Πόσο αυξάνονται οι δόσεις
Η επιβάρυνση εξαρτάται από το ανεξόφλητο κεφάλαιο, τα χρόνια που απομένουν μέχρι την αποπληρωμή και το επιτόκιο κάθε δανείου. Για ένα στεγαστικό με υπόλοιπο 100.000 ευρώ και διάρκεια αποπληρωμής 20 ετών, μια αύξηση του επιτοκίου κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες μπορεί να προσθέσει περίπου 13-14 ευρώ τον μήνα στη δόση. Για υπόλοιπο 150.000 ευρώ, η πρόσθετη επιβάρυνση κινείται περίπου στα 20 ευρώ τον μήνα, ενώ στα 200.000 ευρώ μπορεί να φτάσει περίπου τα 27 ευρώ. Σε ετήσια βάση, η νέα αύξηση σημαίνει περίπου 160 ευρώ επιπλέον για δάνειο 100.000 ευρώ, περίπου 240 ευρώ για 150.000 ευρώ και πάνω από 320 ευρώ για υπόλοιπο 200.000 ευρώ.
Ωστόσο, αυτός είναι μόνο ο λογαριασμός της νέας αύξησης. Εάν συνυπολογιστεί και η άνοδος των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο, η συνολική αύξηση του 2026 φτάνει το 0,50%. Ετσι, για ένα στεγαστικό 100.000 ευρώ η σωρευτική επιβάρυνση μπορεί να πλησιάσει τα 27 ευρώ τον μήνα, για τα 150.000 ευρώ περίπου τα 40 ευρώ, ενώ στα 200.000 ευρώ μπορεί να ξεπεράσει τα 50 ευρώ τον μήνα.
Οσοι έχουν δάνειο με σταθερό επιτόκιο δεν θα δουν μεταβολή στη μηνιαία δόση τους για όσο διάστημα παραμένει «κλειδωμένο» το επιτόκιο. Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται τα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, ιδιαίτερα όσα είναι συνδεδεμένα με Euribor. Η μεταβολή των επιτοκίων της ΕΚΤ επηρεάζει τις συνθήκες στη διατραπεζική αγορά και, ανάλογα με τους όρους κάθε σύμβασης, περνά σταδιακά στο κόστος εξυπηρέτησης.
Ακριβότερη γίνεται και η νέα χρηματοδότηση. Νέα στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια θα τιμολογούνται πλέον σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων. Για τις επιχειρήσεις η επιβάρυνση μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη σε απόλυτα ποσά, καθώς τα υπόλοιπα των δανείων είναι υψηλότερα.
Η συνέχεια θα κριθεί κυρίως από την πορεία του πληθωρισμού και της ενέργειας. Εάν οι ενεργειακές τιμές παραμείνουν υψηλές και οι ανατιμήσεις αρχίσουν να περνούν σε μεγαλύτερο εύρος αγαθών και υπηρεσιών, η ΕΚΤ θα βρεθεί αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να διατηρήσει την περιοριστική πολιτική της για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή ακόμη και να προχωρήσει σε νέα αύξηση.
