Του Κώστα Πρώιμου
Μόνο όσοι έχουν καταβολές ή έχουν μεγαλώσει στα Δυτικά της Αθήνας, ή υπήρξαν γεννήματα-θρέμματα στα βάθη του Πειραιά, εκεί που η παλιά μαγκιά η ψηλοτάκουνη σε σκανάριζε που λες στο δευτερόλεπτο. Μόνο αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να εισχωρήσουν απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία του αδικοχαμένου Μαζώ.
Μεγαλωμένος στη Νίκαια, αλήθεια είναι σε θέση τα απανταχού φλωράκια, αρσενικά και θηλυκά των νοτίων προαστίων να εννοήσουν τι σημαίνει κοινωνιολογικά να έχεις γεννηθείς στα «Προσφυγικά», στη Νεάπολη; Ή στα Άσπρα Χώματα;
Για ρωτήστε μερικοί από σας τις κυριλάτες πλέον μανάδες σας, ή ακόμη καλύτερα αν είστε πιτσιρικάδες τις γιαγιάδες σας, για να καταλάβετε πώς και γιατί αν και έγιναν κυρίες τα τελευταία σαράντα χρόνια με έπαυλη πισίνα και σύζυγο επιχειρηματία με ένα καλό γάμο και μετακόμισαν προς Γλυφάδα – Βούλα – Βουλιαγμένη ή προς Κηφισιά – Εκάλη και Πεντέλη, έκοβαν φλέβες με τον Γιώργαρο. Τσιγκλήστε τες λίγο, μπας και βρουν το σθένος ανασύροντας από τα στεγανά της υπάρξεως τους, τις παιδικές τους μνήμες για να σας εξηγήσουν τους μύχιους λόγους της καψούρας τους.
Ο Μαζωνάκης επειδή είχε υψηλή ευκρίνεια στα ψυχοσωματικά του και τρομερή ενσυναίσθηση, τους έπαιρνε όλα τα λεφτά γιατί διέθετε στο «είναι του» αυτή την ιταλική φινέτσα. Ας μου επιτρέψετε να τον συγκρίνουμε εις τον βωμό του συγγραφικού οίστρου με μια μεταλλική ιταλική γκομενάρα, μιας και η φινέτσα είναι σήμα κατατεθέν της.
Με κείνη την κυριλάτη Maserati 422, 224v, με τα Lasalle στο ταμπλό, την υψηλή αισθητική αλλά και το διπλό turbo που την έκανε στην παραλιακή και στη Συγγρού κάτι άγριες νύχτες του ‘90 να συμπεριφέρεται στον δρόμο σαν αεροπλάνο.
Φινέτσα, ευγένεια και μια ατόφια μαγκιά, αυτά ήταν τα υπερόπλα του Μαζωνάκη, ο οποίος είχε την προσωπικότητα να κόψει στα δύο σε ψυχολογικό επίπεδο από την πιο «μη μου άπτου» κυρία, μέχρι τον κυρ Γιώργο τον οξυγονοκολλητή, από τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη.
Δεν μπορούσε όποιος και όποιος να πιάσει το νόημα των στίχων, ούτε να κάνει δικά του, να ράψει στο πετσί του και να ταιριάξει με τα χρώματα της ψυχής του, τα τραγούδια που του έγραφαν. Τίποτα δεν είναι τυχαίο στην ανεπανάληπτη επιτυχία του.
«Τρεις το πρωί το πρόσωπο σου ραγισμένο στο μυαλό μου, στα γκρίζα φώτα σε ζητώ». Μόνο ο Γιώργαρος είχε το ταλέντο και την κατάλληλη ψυχοσύνθεση, ώστε να το αποδώσει με μια απόκοσμη μοναδικότητα, με το ενδεδειγμένο ηχόχρωμα, για να κάνει εν τέλει τον ακροατή να αισθανθεί ένα ρίγος.
Μόνο όσοι έχουν φύγει μέσα στην άγρια νύχτα, με μια αιματηρή και συνάμα σκληρή απόφαση από έναν θυελλώδη έρωτα, είναι σε θέση να καταλάβουν και ο Μαζωνάκης έχοντας αποκομίσει τρομερά βιώματα ιδίου τύπου το τερμάτιζε.
«Δεν περιμένω να ξαναγυρίσεις, ούτε το θέλω γιατί με πονάς, λόγια αν έρθεις πάλι θα μου αφήσεις από αγάπη κατάντησε μπελάς, έμεινα μόνος με τα σ΄αγαπώ σου που με ευκολία μεγάλη τα σκορπάς, γιατί μου τα λεγες πανάθεμά σε αφού δε μ΄αγαπάς, καρδιά μου».
Αυτοί δεν είναι στίχοι από κλαψομούνικα λάιτ καψουροτράγουδα τύπου Σάκη, παρά αποτυπώνουν τον ακατέργαστο και ατόφιο πόνος ενός αυθεντικού άνδρα, που αν και πονά γνωρίζοντας το παιχνίδι της υποκρισίας ως μια παράμετρο της γυναικείας ματαιοδοξίας, και το παραμύθι που τρώει, ωστόσο παραδέχεται τα βαθιά συναισθήματα που τον κυριεύουν και τα οποία ανατροφοδοτεί ως εσαεί εγκλωβισμένος, για μια ασταθή γυναίκα. Η οποία ψάχνει μανιωδώς σε ένα σάκο του μποξ την επιβεβαίωση εκμεταλλευόμενη τη μεγάλη του αδυναμία προς το πρόσωπό της. Είναι ο μάγκας που δεν κρύβεται, ξέρει ότι την πάτησε αγρίως και προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεφύγει από τη συναισθηματική και άγρια λούμπα.
Αυτός ήταν ο Μαζωνάκης, ένας τύπος παντός καιρού, που δεν φοβόταν να εκδηλώνει χωρίς φίλτρα προστασίας τα συναισθήματά του. Υπήρξε πάντα αποφασιστικός στα κρίσιμα σταυροδρόμια της χειραγώγησης, σαν ατόφιο αρσενικό φερόμενος, όταν του τσαλαπατούσαν στον έρωτα την αξιοπρέπεια ή γλεντούσαν με τα προσωπικά του όρια.
Ένα κράμα αρσενικής σκέψης και φιλοσοφίας τσιμεντωμένο με μαλθακότητα και άκρατο συναισθηματισμό. Γι’ αυτό σαγήνευε όλα τα φύλα, ξεσήκωνε τις κυριλάτες γκόμενες αλλά τρέλαινε και την κομμώτρια της γειτονιάς. Τον άκουγαν με δέος οι οικοδόμοι αλλά και οι χλεχλέδες του Κολωνακίου.
«Μη μου ζητάς να αλλάξω γνώμη, για εμάς απόψε δεν υπάρχουν άλλοι δρόμοι, μη μου ζητάς να μείνω πίσω μονάχα φίλα με στα χείλη πριν σ΄ αφήσω…»


