Ο Βάσος Φτωχόπουλος, από την κατεχόμενη Γιαλούσα της Καρπασίας, ήταν μια σπουδαία μορφή του διαχρονικού Εθνικού Κινήματος του Ελληνισμού, ένας επίμονος εργάτης της Ενωσης της Κύπρου με τη Μάνα, στους πιο δύσκολους καιρούς, διότι μετά το τραύμα της προδοσίας του 1974 ήθελε πολλή πίστη, αντοχή και αγάπη για να διακονείς την ιδέα της εθνικής ολοκλήρωσης, την οποία διέσυραν επίορκοι που εγκατέλειψαν και τους μαχητές της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ, επιτρέποντας να πατήσουν πόδι στη γη του Ευαγόρα και του Αυξεντίου ισλαμιστές κανίβαλοι.
Οταν το 1988 κατέβηκα στην Κύπρο, μόλις 23 ετών, πήγα με καράβι, κατάστρωμα δυόμισι μέρες, τότε υπήρχαν ακτοπλοϊκά δρομολόγια και το πλοίο, νομίζω, λεγόταν «ΑΙΓΑΙΟΝ», μετά έπιανε Χάιφα. Διττή επιλογή, αφενός ένεκα αφραγκίας και αφετέρου ροπής προς την περιπέτεια. Υπνόσακος και σάντουιτς που επιμελώς ετοίμασε η μάνα μου. Ηταν όμως εμπειρία ζωής, διότι μόνον έτσι ανεβαίνεις σκαλί σκαλί τη σκάλα της συγκίνησης, καταλαβαίνεις την τεράστια απόσταση αλλά και το εύρος του Ελληνισμού και, φυσικά, νιώθεις δέος για τον Κίμωνα που με τα κουπιά και τα πανιά εκστράτευσε κατά των Περσών στην Κύπρο «και νεκρός ενίκα».
Οι συστάσεις μου, από άλλη μια ακούραστη Ελληνίδα της Κύπρου και αγαπημένη φίλη, τη σκηνοθέτιδα Θέκλα Κίττου, ήταν για τρία πρόσωπα που έπρεπε ένας πατριώτης να δει στο νησί. Βάσος Φτωχόπουλος, εκδότης, συγγραφέας, ποιητής και πολλά άλλα, Λάζαρος Μαύρου, δημοσιογράφος, εκδότης τότε της «Επίκαιρης», και Νίκη Παναγίδου, δεν ζει πια, μαχητική αγωνίστρια του προσφυγικού σωματείου Ελεύθερη Ενιαία Καρπασία.
Ο Βάσος ήταν και ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας Αιγαίον στην παλιά Λευκωσία. Πήρα λοιπόν κι εγώ δανεικό από τον Κωστή Γεωργίου, τότε συντάκτη της «Επίκαιρης», σήμερα φιλόλογο στη Μέση Εκπαίδευση, ένα θηριώδες εγγλέζικο ποδήλατο με σούστες στη σέλα, σχάρα και αριθμό κυκλοφορίας πάνω στο μπροστινό φτερό, και πήγα για το Αιγαίον. «Θα δεις τη Σημαία», μου είπαν, «όταν στρίψεις στο στενό». Από τότε η Σημαία ήταν το σημάδι μου πως έστριψα σωστά. Ο κατάλογος και οι αποδείξεις έγραφαν «Εστιατόριο Αιγαίον, Λευκωσία, Νομός Κύπρου, Ελλάς», ενώ οι τιμές ήταν πρώτα σε δραχμές και δίπλα σε λίρες, που είχε προκαλέσει προβλήματα με τις αρμόδιες Αρχές, τις οποίες ο Βάσος πάντα βραχυκύκλωνε με απίθανους τρόπους.
Από εκεί ξεκινούσε όποιος Ελλαδίτης κατέβαινε για να συναντήσει επίμονους κηπουρούς της Αυτοδιάθεσης. Αν ήθελες Νεοκυπρίους με αγγλικούρες, πήγαινες στο «Χίλτον» για καφέ. Πέρασα την πόρτα, ο πρώτος χώρος ήταν το βιβλιοπωλείο του και μετά γινόταν ταβέρνα. Ανοιγε η ψυχή του όταν γνώριζε Ελλαδίτες που δεν του έλεγαν το γνωστό «ποίημα» του ενδοτισμού και της ενοχής. Οπότε η φιλία μας είχε γόνιμο και καλοποτισμένο χωράφι. Ο Βάσος ήταν αναρχοπατριώτης, και μη σκέφτεστε Εξάρχεια. Είχε το ρέμπελο ανυπότακτο πνεύμα της ελευθεροφροσύνης.
Αυτός, μαθαίνοντας την καταγωγή μου, μου είπε νοσταλγικά πως «δυστυχώς πάνε οι καιροί που μερικές εκατοντάδες πάνκηδες Αρβανίτες μπορούσαν να ξεκινήσουν μια επανάσταση», αναφερόμενος στο κούρεμα, όπου ξύριζαν τα πλαϊνά και τα άφηναν μακριά στην κορυφή για να φαίνονται πιο άγριοι στην έφοδο με την πάλα και το γιαταγάνι. Δείτε γκραβούρες των Αγωνιστών της Εθνεγερσίας.
Ασεβής προς τη μεταζυριχική εξουσία, εκτός των εκατοντάδων βιβλίων που εξέδωσαν οι εκδόσεις Αιγαίον, εξέδωσε στην αρχή το περιοδικό «Ορυμαγδό», την «Αυτοδιάθεση» και μετά για χρόνια το «ΕΝΩΣΙΣ», με υπότιτλο τον στίχο του Μιχαηλίδη «τζας γενεί το γαίμα μας αυλάτζιν». Κάθε φορά που έπαιρνα την Ενωση, με τις απίθανης έμπνευσης και σαρκαστικού χιούμορ προσβολές και χλεύη προς όλους τους λιμοκοντόρους της εξουσίας, αρχοντοχωριάτες ψευτοδιανοούμενους, πουλητάρια της εθνικής ιδέας, τους ισαποστάκηδες ενδοτικούς, ανθέλληνες Νεοκυπρίους, οπαδούς του Σχεδίου Ανάν, που σε μια ευκταία εξέλιξη των γεγονότων θα ήταν υπάλληλοι της Νομαρχίας Κύπρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, έκλαιγα από τα γέλια, καθώς φανταζόμουν τις φάτσες τους μπροστά στο περίπτερο να κάνουν λαθρανάγνωση τα ίδια τα ρεζιλίκια τους.
Ο Βάσος, αν ήσουν ανειλικρινής, ασυνεπής, αν δεν μετείχες του Ελληνικού Τρόπου και οσμιζόταν πολιτικάντικη κουτοπονηριά, δεν χάρισε κάστανο. Ανήκε σε έναν κύκλο πατριωτών Ενωτικών, με ρωμαλέο φρόνημα, τον οποίο εν πολλοίς είχε δημιουργήσει ο ίδιος ως δάσκαλος, πυρπολητής συνειδήσεων, με τη δημιουργική τρέλα του. Ποιήματα, παραστάσεις, βιβλία, πολυσχιδής και πάντα με το βλέμμα σε λαμπρούς ορίζοντες και τη Μάνα Ελλάδα, ακριβώς επειδή αγαπούσε βαθιά την τουρκοπατημένη Γιαλούσα του.
Ο Λάζαρος, στην «Επίκαιρη» του οποίου δημοσιεύτηκε το πρώτο άρθρο μου στον Τύπο, καταδρομέας που πολέμησε το 1974, ακόμη ξυπνάει τους Κυπρίους με τον Εθνικό Υμνο στη ραδιοφωνική εκπομπή του. Μόνο αυτός απέμεινε από τους Τρεις Απόστολους που πήγα να συναντήσω εκείνο το καλοκαίρι, μαζί με το προσκύνημα στα Φυλακισμένα Μνήματα και στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας. Ομως οι ιδέες μας είναι αιώνιες, αλεξίσφαιρες. Μετά, σε κάθε ταξίδι μου ήταν μόνιμο πέρασμα, όπου έβρισκα ομόφρονες, μερικοί πλέον μηδίσαντες, αλλά υπάρχει μαγιά για το γλυκό ψωμί μας.
Αργότερα πήγαινα και με τα παιδιά μου, αφού είναι κατά το ήμισυ κυπριωτάκια. Ο Βάσος Φτωχόπουλος «έφυγε» έφηβος 76 ετών. Μια ακούραστη μέλισσα του εθνικού χρέους με εκατοντάδες εκδόσεις βιβλίων, ποιητικών έργων, ιστορικών κειμένων, μια δημόσια παρουσία με υπέροχο σαρκαστικό χιούμορ, καταλυτική ασέβεια προς τους δήθεν και τη νεοκυπριακή σπειροχαίτη του δήθεν κοσμοπολίτικου ανθελληνισμού. Ενας ωραίος αγέρωχος Ελληνας, αδελφός μας. Καλή αντάμωση, φίλε Βάσο, η Μάνα που της ήσουν ένας αφοσιωμένος γενναίος γιος, όλοι οι «καλαμαράδες», σου χρωστάμε μια ελεύθερη Γιαλούσα στον Νομό Κύπρου.
*Δικηγόρος, Πρόεδρος της Νέας Δεξιάς

