Ο Δημήτρης Μπαλογιάννης ξεδιπλώνει τις σκέψεις του γύρω από τη δημιουργία, τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος στη μουσική του πορεία και την ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία μέσα από τα τραγούδια.
- Από τον
Ηλία Μαραβέγια
Ο Δημήτρης Μπαλογιάννης επιστρέφει δισκογραφικά με το EP «Στο Σπίτι», μια δουλειά που μοιάζει περισσότερο με προσωπική εξομολόγηση. Τέσσερα τραγούδια γραμμένα μέσα στην ησυχία του σαλονιού του μετατρέπονται σε ένα τρυφερό μουσικό ημερολόγιο, γεμάτο βιώματα, ζεστασιά και soul επιρροές. Ο ίδιος μιλάει στο «Enjoy» για τη δημιουργία, τις συνεργασίες του με τη Ρένα Μόρφη, την Idra Kayne και την Joanna Drigo, αλλά και για το πώς η μουσική παραμένει καταφύγιο σε μια εποχή διαρκούς θορύβου.
Το άλμπουμ σας «Στο Σπίτι» έχει μια έντονα οικεία και «χουχουλιάρικη» ατμόσφαιρα. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα και τι σημαίνει για σας το «σπίτι» ως καλλιτεχνική έννοια;
Το σπίτι είναι κάτι σαν φωλιά. Ενα μέρος ηρεμίας και υπό συνθήκες, μέρος δημιουργικότητας. Τα τραγούδια αυτά γράφτηκαν στο σαλόνι του σπιτιού και ήθελα να διατηρήσουν αυτή τη «χουχουλιάρικη» ατμόσφαιρα.
Τα τραγούδια του EP μοιάζουν σαν μικρές προσωπικές αφηγήσεις. Είναι βιωματικά;
Ναι, είναι απόλυτα βιωματικά τραγούδια. Είναι ένας τρόπος μου να επικοινωνώ με τον έξω κόσμο, χρησιμοποιώντας αφηγήσεις με προσωπικό χαρακτήρα. Ακόμη και οι στίχοι του τραγουδιού «Το ξέρω», που δεν γράφτηκαν από εμένα, αλλά από τον Νάσο Αρώνη, έχουν αυτόν τον χαρακτήρα και γι’ αυτό πιστεύω ότι ταίριαξαν με τα υπόλοιπα κομμάτια του EP.
Πώς προέκυψαν οι συνεργασίες με τη Ρένα Μόρφη, την Idra Kayne και την Joanna Drigo και τι έφερε η καθεμία στο τελικό αποτέλεσμα;
Οι συνεργασίες προέκυψαν φυσιολογικά, καθώς είναι άτομα με τα οποία είχα τη χαρά να συνεργαστώ και στο παρελθόν. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση της Idra Kayne, που είναι η πρώτη μας συνεργασία. Η Idra έχει αυτή τη ζεστή soul φωνή που έδεσε απόλυτα στο project. Η Ρένα Μόρφη έδωσε λάμψη και εξωστρέφεια με τη φωνή της στο τραγούδι «Στο Σπίτι». Η Joanna Drigo έχει απλότητα και αμεσότητα στην ερμηνεία της επειδή είναι και η ίδια τραγουδοποιός.
Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε ένα τραγούδι από το EP ως «πυρήνα» του, ποιο θα ήταν και γιατί;
Θα έλεγα το «Στο Σπίτι», πάνω στο οποίο χτίστηκε και η ιδέα του εξωφύλλου, που σε αυτό το σημείο να πω ότι είναι ένα εξαιρετικό artwork της Μαρίας Καλοζούμη. Χρησιμοποιώ αυτό σαν πυρήνα γιατί ακριβώς έχει αυτό το χουχουλιάρικο υφος που αναφέραμε και προηγουμένως.
Από το Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης μέχρι σήμερα πώς νιώθετε ότι έχει αλλάξει ο τρόπος που γράφετε και εκφράζεστε;
Η δική μου εντύπωση είναι πως το γράψιμό μου έχει αλλάξει αρκετά. Πέρα από αυτό, όμως, έχει αλλάξει και η διαδικασία της μουσικής παραγωγής. Πλέον έχω περισσότερες γνώσεις σε επίπεδο παραγωγής που μου επιτρέπουν να μένω πιστός στο μουσικό ύφος που θέλω να ακολουθήσω.
Εχετε υπάρξει και μουσικοθεραπευτής. Πώς επηρεάζει αυτή η ιδιότητα τη δημιουργία σας;
Η αλήθεια είναι πως προσπαθώ να μη συνδέω τις δύο ιδιότητες, αν και οι δύο έχουν να κάνουν με μουσική. Η μουσικοθεραπεία έχει αλλάξει αρκετά την οπτική μου για τη μουσική γενικότερα αλλά όχι τις προσωπικές μου δημιουργίες.
Υπήρξε κάποια περίοδος της πορείας σας που θεωρείτε καθοριστική για το πού βρίσκεστε σήμερα;
Νομίζω όλη η τριβή που είχα με τα lives μέσα από τη συμμετοχή μου στο σχήμα της Ρένας Μόρφη υπήρξε αρκετά καθοριστική. Επίσης, ο πρώτος καιρός που εγκαταστάθηκα στην Αθήνα και άρχισα να συναναστρέφομαι με μουσικούς ήταν επίσης σημαντικός.
Υπάρχουν σχέδια για καλοκαιρινές συναυλίες; Σε τι χώρους θα θέλατε ιδανικά να παρουσιάσετε αυτό το υλικό;
Κάναμε στις 15 Μαΐου μια παρουσίαση του EP στον υπέροχο χώρο του Ov Off Studio, στους Αμπελoκήπους. Στήσαμε ένα live μαζί με τον μπασίστα Χάρη Χαραλάμπους και είναι πολύ χαρούμενος για την αισθητική που παρουσιάσαμε. Ακολούθησε στο Gazzarte ένα live με την μπάντα της Ρένας Μόρφη στις 28 Μαΐου και θα γίνει ακόμη ένα στις 13 Ιουνίου.
Πόσο σημαντική είναι για εσάς η ζωντανή επαφή με το κοινό σε σχέση με τη δισκογραφία;
Είναι και τα δύο πολύ σημαντικά, αν και είναι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Το live έχει αυτήν την αμεσότητα και την επαφή με τον κόσμο. Είναι σημαντικό γιατί εκεί παίζεις ζωντανα τη μουσική σου, έχοντας ταυτόχρονα και μια ευκαιρία να επικοινωνήσεις λεκτικά το σκεπτικό πίσω από κάθε τραγούδι. Η δισκογραφια είναι μια πιο δημιουργική διαδικασία που σου επιτρέπει να δοκιμάσεις και να πειραματιστείς, έχεις χρόνο να σβήσεις και να ξαναγράψεις μέχρι να φτάσεις σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα.
Η γενιά σας έχει βιώσει διαδοχικές κρίσεις. Πιστεύετε ότι αυτό αποτυπώνεται στη μουσική σας, έστω και υπόγεια;
Προσωπικά, ενώ με απασχολούν πολύ τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα στην καθημερινότητά μου, όταν γράφω έχω πιο προσωπικό ύφος και τα ερωτήματά μου είναι πιο υπαρξιακά. Αλλά υπάρχει πολλή μουσική από τη γενιά μου που έχει πολύ ισχυρό πολιτικό χαρακτήρα και δεν παρουσιάζεται καθόλου υπόγεια αλλά εντελώς φανερά, όπως θα έπρεπε. Αρκετοί μουσικοί της χιπ χοπ σκηνής έχουν αυτόν τον έντονο πολιτικό και κοινωνικό χαρακτήρα που περιγράφεις.
Πόσο σας επηρεάζουν τα κοινωνικά δίκτυα – ως χώρος έκφρασης αλλά και ως πεδίο πίεσης και σύγκρισης;
Προσπαθώ να κρατάω μια απόσταση, στον βαθμό που μπορώ, από τα social media. Αν με ρωτάς, θα ήθελα απλά να σταματήσουν να υπάρχουν. Πιστεύω ότι τα διαχειρίζομαι σχετικά καλά, αλλά σίγουρα σε νεότερους ανθρώπους μπορεί να έχουν μεγαλύτερη αρνητική επιρροή. Ειδικά στην εφηβεία που η ανασφάλεια είναι ένα κυρίαρχο συναίσθημα.
Πώς βλέπετε τη θέση του καλλιτέχνη σε μια εποχή πολιτικής πόλωσης;
Η εσωτερική πολιτική πόλωση με απασχολεί όλο και λιγότερο τελευταία, γιατί έξω από την Ελλάδα οι ειδήσεις είναι όλο και πιο τραγικές. Δεν χρειάζεται να δραστηριοποιείται κάποιος ή κάποια στις τέχνες για να δει αυτό που συμβαίνει στην Παλαιστίνη. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς καλλιτέχνης για να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο. Η στάση των καλλιτεχνών θα πρέπει να είναι η ίδια με τη στάση κάθε λογικού ανθρώπου απέναντι στην αδικία. Θαυμάζω αυτό που κάνει ο Banksy και τον τρόπο με τον οποίο το έργο του μπορεί να είναι όμορφο και με τόσο ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα ταυτόχρονα.
