Η Κομισιόν τονίζει σε έκθεσή της ότι στην Ελλάδα οι διαγωνισμοί του Δημοσίου είναι «στημένοι». Εννέα στις 10 επιχειρήσεις θεωρούν ότι οι τεχνικές προδιαγραφές φτιάχνονται στα μέτρα συγκεκριμένων εταιριών
Ηχηρό «χαστούκι» στον τρόπο που λειτουργεί το αθάνατο Ελληνικό Δημόσιο ρίχνει η Κομισιόν, η οποία μάλιστα δεν στέκεται στα φαινόμενα της άκρατης γραφειοκρατίας, αλλά στη διαφθορά που ζει και… βασιλεύει, κυρίως στις δημόσιες συμβάσεις.
Στην έκθεσή της (Country Report 2026) με ημερομηνία 3 Ιουνίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραδέχεται πως στην Ελλάδα οι διαγωνισμοί είναι «στημένοι», υποκρύπτοντας πελατειακές σχέσεις, χωρίς ωστόσο να το αναφέρει άμεσα με αυτόν τον τρόπο. Ωστόσο, περιγράφει μια διαδικασία που στηρίζεται σε «μαρτυρίες» ελληνικών επιχειρήσεων και συγκεκριμένα όσα αντιμετωπίζουν στους διαγωνισμούς του Δημοσίου.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφήνει με αυτόν τον τρόπο έμμεσες αιχμές στην ελληνική κυβέρνηση, την ώρα που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη μια σειρά από σκάνδαλα, όπως οι παρακολουθήσεις αλλά και ο ΟΠΕΚΕΠΕ.
Συγκεκριμένα, τα στοιχεία της Κομισιόν αναφέρουν πως το 92% των επιχειρήσεων στην Ελλάδα θεωρεί ότι η διαμόρφωση τεχνικών προδιαγραφών κομμένων και ραμμένων στα μέτρα συγκεκριμένων εταιριών («tailor-made specifications» αναφέρει χαρακτηριστικά) αποτελεί πολύ ή αρκετά διαδεδομένη πρακτική. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι 58%.
Για… λίγους
Η εικόνα που καταγράφει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική για το επίπεδο εμπιστοσύνης που έχουν οι επιχειρήσεις απέναντι στις διαδικασίες ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων, με τη διαφθορά που επικρατεί να αποτελεί τον κύριο ανατρεπτικό παράγοντα, ώστε να μπουν στον χορό διεκδίκησης ενός διαγωνισμού του Ελληνικού Δημοσίου.
Ουσιαστικά, εννέα στις 10 επιχειρήσεις θεωρούν ότι οι όροι των διαγωνισμών διαμορφώνονται συχνά με τρόπο που ευνοεί συγκεκριμένους συμμετέχοντες, περιορίζοντας τον πραγματικό ανταγωνισμό και αποκλείοντας άλλες εταιρίες από τη διεκδίκηση δημόσιων έργων και προμηθειών.
Αντίστοιχα, το 88% των επιχειρήσεων εκτιμά ότι οι συνεννοημένες προσφορές μεταξύ συμμετεχόντων σε διαγωνισμούς αποτελούν συχνό φαινόμενο, έναντι μόλις 51% στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Με άλλα λόγια, οι ίδιες οι επιχειρήσεις θεωρούν ότι σε πολλές περιπτώσεις ο ανταγωνισμός είναι προσχηματικός και ότι οι τελικοί νικητές είναι εκ των προτέρων γνωστοί.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι σχεδόν μία στις δύο επιχειρήσεις δηλαδή ένα ποσοστό 48%, που έχουν συμμετάσχει σε δημόσιους διαγωνισμούς «θεωρεί ότι η διαφθορά τις εμπόδισε στην πράξη να κερδίσουν κάποιο έργο ή δημόσια σύμβαση» αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση της Κομισιόν. Σημειώνεται πως το ποσοστό αυτό είναι σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που περιορίζεται στο 25%, και αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος όπως το βιώνει η αγορά.
Παράλληλα, μόνο το 39% των επιχειρήσεων αξιολογεί ως «πολύ καλή» ή «αρκετά καλή» την ανεξαρτησία της Ενιαίας Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων, η οποία είναι αρμόδια για την εξέταση προσφυγών και διαφορών στους διαγωνισμούς του Δημοσίου. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι η δυσπιστία δεν περιορίζεται μόνο στις αναθέτουσες Αρχές, αλλά επεκτείνεται και στους μηχανισμούς ελέγχου και εποπτείας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εντοπίζει προβλήματα και στο ψηφιακό περιβάλλον των δημόσιων συμβάσεων. Οπως σημειώνει, στην Ελλάδα λειτουργούν σήμερα από δύο έως πέντε διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα και πλατφόρμες προμηθειών, υποχρεώνοντας τις επιχειρήσεις να αναζητούν πληροφορίες και να συμμετέχουν σε διαγωνισμούς μέσω πολλαπλών συστημάτων. Η κατάσταση αυτή αυξάνει τη γραφειοκρατία, δημιουργεί πρόσθετο διοικητικό κόστος για τις επιχειρήσεις και δυσχεραίνει τη συμμετοχή κυρίως των μικρότερων εταιριών, οι οποίες δεν διαθέτουν εξειδικευμένα τμήματα παρακολούθησης δημόσιων διαγωνισμών.
Η Κομισιόν υπογραμμίζει την ανάγκη για διαλειτουργικότητα, κοινά πρότυπα και ενιαία διαχείριση των δεδομένων, ώστε να δημιουργηθεί ένα πιο διαφανές και αποτελεσματικό σύστημα δημόσιων προμηθειών. Στο πλαίσιο αυτό, όπως αναφέρει, η Ελλάδα αναπτύσσει νέα υπηρεσία προ-πιστοποίησης επιχειρήσεων, μέσω της οποίας θα ελέγχεται εάν μια εταιρία πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια συμμετοχής σε δημόσιους διαγωνισμούς και δεν συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού της.
Χωρίς εποπτεία και διασύνδεση με το ευρωπαϊκό σύστημα
Η έκθεση επισημαίνει, επίσης, ότι η χώρα μας δεν διαθέτει ειδικό φορέα με αποκλειστική αρμοδιότητα τη συλλογή, την παρακολούθηση και την ανάλυση δεδομένων για τις δημόσιες συμβάσεις σε εθνικό επίπεδο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα για το πώς λειτουργεί το σύστημα προμηθειών, ποιοι συμμετέχουν, ποιοι κερδίζουν και ποια προβλήματα εμφανίζονται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας.
Για τον λόγο αυτόν η Επιτροπή προτείνει τη δημιουργία κεντρικής υπηρεσίας ανάλυσης δεδομένων προμηθειών, η οποία θα ενισχύσει την εποπτεία και τη λογοδοσία σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής των δημόσιων συμβάσεων. Ιδιαίτερα επικριτική είναι η αναφορά και στη σύνδεση με το ευρωπαϊκό σύστημα TED (Tenders Electronic Daily), τη βασική πλατφόρμα δημοσίευσης δημόσιων διαγωνισμών στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η Ελλάδα είναι σήμερα το μοναδικό κράτος-μέλος που δεν διαθέτει απευθείας διασύνδεση με το TED, με αποτέλεσμα οι δημόσιοι φορείς να καταχωρίζουν τις ίδιες προκηρύξεις δύο φορές, μία στο εθνικό σύστημα και μία στην ευρωπαϊκή πλατφόρμα.
Η πρακτική αυτή αυξάνει τη γραφειοκρατία, επιβαρύνει την ποιότητα των δεδομένων και μειώνει τη διαφάνεια του συστήματος. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της κυβέρνησης, η χώρα φιλοδοξεί να αποκτήσει καθεστώς «eSender» και να συνδεθεί απευθείας με το TED από τον Σεπτέμβριο του 2026, επιτρέποντας την αυτόματη αποστολή και τη δημοσίευση των διαγωνισμών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
