Ο Δημήτριος Σπ. Τσαπακίδης γεννήθηκε στον οικισμό Γκετσίτ, που βρισκόταν σε υψόμετρο περίπου 700μ, 21 χλμ νοτιοανατολικά της Κερασούντας και άνηκε στην ευρύτερη ομάδα των οικισμών της Κούσκαγιας. Αριθμούσε γύρω στους 290 Έλληνες κατοίκους, οι οποίοι κατάγονταν από την περιοχή της Αργυρούπολης και μιλούσαν ποντιακά. Συντηρούσαν εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Παντελεήμονα, και δημοτικό σχολείο.
Οι κάτοικοι της περιοχής εμπορεύονταν τα προϊόντα τους, κυρίως φουντούκια, καλαμπόκι, φασόλια, ξηρά φρούτα, μαλλί και γαλακτοκομικά, στην αγορά της Κερασούντας.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
Επτά χρονώ ήμουνα. Τελείωνα την πρώτη Δημοτικού, καλοκαίρι του 1916. Μια μέρα, Ιούλιος μήνας ήταν, έπεσαν απάνω μας οπλισμένα στίφη Τούρκων, άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Όπως προχώρησαν οι Ρώσοι προς τον Χαρτιώτη ποταμό, οι Τούρκοι αυτοί οπλίστηκαν και με τις οικογένειες τους άφησαν τα χωριά τους κι έπεσαν στα δικά μας τα χωριά. Άρπαξαν, λεηλάτησαν, αχρήστευαν, ατίμασαν. Τον ίδιο χρόνο όχλος και κυβερνητικές δυνάμεις της Τουρκίας αδειάζουν πρώτα τις αποθήκες μας για τον στρατό τους και συνέχεια ανοίγουν σπίτια. Παίρνουν τα ρούχα μας, παίρνουν τα εργαλεία μας, παίρνουν τα σκεύη μας. Περνούμε στον Δεκέμβριο.
Με βρισιές, με κλωτσιές, με ξυλοδαρμούς, μας πετούν από τα σπίτια μας γέρους και νέους, γυναίκες, βρέφη, γέρους και αρρώστους, σακάτηδες και τυφλούς, μας πετούν από τα σπίτια μας κι είναι χειμώνας! «Εμπρός, τραβάτε!» «Εξορία!»
Προχωρούμε πέντε χιλιόμετρα δρόμο την ημέρα. Περπατούμε με βροχή και με χιόνια. Κοιμόμαστε πότε σε στάβλους πάνω στις κοπριές, πότε στο ύπαιθρο πάνω σε χιόνια. Περπατούμε και πέφτουμε από την αδυναμία. Κι η ψείρα πιπιλίζει το αίμα μας. Βρίζουν και μας χτυπούν με το μαστίγιο και τον υποκόπανο, και μας κλωτσούν και μας φτύνουν.
Μετά από δέκα μέρες εξορίας άρχισε ένας-ένας να πεθαίνει. Θάβαμε τους πεθαμένους και προχωρούσαμε. Μια μέρα φτάσαμε στο χωριό Κότσασαρ, έξι ώρες έξω από τη Σεβάστεια. Εκεί διανυχτερεύσαμε. Το πρωί οι νεκροί μας ήσαν σαράντα. Μας διάταξαν να τους θάψομε σε κοινούς λάκκους. Δεν προφτάναμε. Την άλλη μέρα, άλλοι τόσοι νεκροί. Μέχρι να τους θάψομε, πέθαιναν άλλοι, πιο πολλοί. Δε μας σήκωσαν πια απ’ αυτό το μέρος. Μείναμε σ’ αυτό το χωριό. Δεν προφταίναμε να μετακινηθούμε. ΟΙ νεκροί ήσαν πολλοί κι έπρεπε να τους θάψομε. Μείναμε λίγοι, πολλοί λίγοι. Ελάχιστοι μείναμε ζωντανοί, τόσο λίγοι και σε τέτοια χάλια, που μας άφησαν ελεύθερους.
Κανένας δεν μας βοήθησε όσο ήμασταν στην εξορία. Τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε, ντυνόμασταν με κουρέλια. Πολλές φορές πέθαινε η μάνα και κρατούσε ακόμη το βρέφος της αγκαλιά. Τώρα, το έπαιρνε ο πατέρας να το φροντίσει. Ετοίμαζε ζυμάρι με καλαμποκίσιο αλεύρι κι άναβε φωτιά να του κάμει τηγανίτα. Πόσες φορές το είδα αυτό! Οι Τούρκοι στρατιώτες χαιρέκακα πήγαιναν, κλωτσούσανε τις φωτιές: «Ετοιμαστείτε να φύγετε!» Έπαιρνε ο πατέρας το ζυμάρι του και το παιδί για να του ρίξει λίγο στο στόμα και ‘κείνο λαίμαργα να το καταπιεί, αν το προλάβαινε κι αυτό, την ώρα που ο Τούρκος έστρεφε σ’ αντίθετη μεριά. Γιατί σου τα λέω όλα αυτά; Να, για να δεις πόσο βασανίστηκα εγώ στα μικρά μου χρόνια, εφτά χρονώ παιδί, τι είδανε τα μάτια μου εκεί στην εξορία.
Πόσο τρομερά, τόσο πολλά, που γυρίσαμε ζωντανοί στο χωριό μόνο τα δύο δέκατα από τους κατοίκους. Κι από παιδιά, μόνο εγώ. Δεν έβρισκα παιδί να μιλήσω, δεν έβρισκα παιδί να παίξομε, να γελάσομε μαζί.
Είχαμε γυρίσει το καλοκαίρι. Από την οικογένεια τη δική μας, δώδεκα άτομα, επέστρεψα εγώ, η μητέρα μου κι ο ξάδελφός μου. Περάσαμε από την Κερασούντα και πήγαμε στο χωριό. Στα σπίτια μας βρήκαμε Τούρκους. Μας βοήθησε η αστυνομία και τα πήραμε. Τούρκοι είχαν σπείρει τα χωράφια μας. Με συμβιβασμό μάς έδωσαν πέντε, δέκα τοις εκατό από το εισόδημα. Πώς να ζήσομε;
Εκείνο τον χειμώνα, ’18-’19, πεινάσαμε. Μερικοί κατέβηκαν στον μουδούρη του Κεσάπ. Του θύμισαν πως πριν φύγουν για την εξορία παρέδωσαν στο κράτος γεμάτες τις αποθήκες τους. Ένα μέρος ζητούσαν. Κατάφεραν και πήραν είκοσι οκάδες καλαμπόκι για κάθε οικογένεια. Περάσαμε δυο μήνες, κουτσοπεράσαμε. Δουλέψαμε πάλι τη γη μας. Και τον καιρό της συγκομιδής μαζέψαμε περισσότερα εμείς από τους Τούρκους.
Τον Γενάρη του 1921 άρχισαν να μαζεύουν τους χριστιανούς. Εμάς δεν μας πείραξαν. Ποιον να πάρουν; Εγώ ήμουνα παιδί.
Στα 1922, με την Ανταλλαγή, κατεβήκαμε στην Κερασούντα. Είχαμε πουλήσει κρυφά όσα μπορούσαμε από τα πράγματά μας και συγκεντρώσαμε τα έσοδα (έξοδα) του ταξιδιού. Κρυφά τα πουλήσαμε, γιατί δεν άφηνε η αστυνομία.
Πάντα, όσο να φύγομε με το καράβι, είχαμε το φόβο των Τούρκων, των φανατισμένων Τούρκων, γιατί να σου πω, είχαμε και καλούς Τούρκους, φίλους Τούρκους, Τούρκους που μας ζητούσαν να μείνομε, Τούρκους που μας συνόδεψαν ως το καράβι, Τούρκους που μας έβαλαν κάμποσα χρήματα στο χέρι για τα έξοδα του ταξιδιού.