Nέα έκθεση του Ταμείου επισημαίνει ότι η κυβέρνηση «ξεφόρτωσε» τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών σε ξένα funds και servicers, τα οποία δρουν ανεξέλεγκτα χωρίς κανένα πλέγμα προστασίας των δανειοληπτών
Το «παραμύθι» γύρω από τη μείωση των «κόκκινων» δανείων που επικαλούνται κυβέρνηση και διοικήσεις τραπεζών γκρεμίζει και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) σε νέα έκθεσή του για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, επισημαίνοντας πως οι τράπεζες «ξεφορτώθηκαν» τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στα ξένα funds, ωστόσο δεν λύθηκε το πρόβλημα για την ελληνική οικονομία.
Η «δημοκρατία» σε συνεχή ρεπορτάζ της έχει επισημάνει εδώ και καιρό πως το θέμα του ιδιωτικού χρέους όχι μόνο διογκώνεται, αλλά το μόνο που έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια είναι η μεταφορά του σε άλλα χέρια, χωρίς απολύτως κανένα όφελος για τους δανειολήπτες. Στην τεχνική του έκθεση το ΔΝΤ αναφέρεται στη μεγάλη μείωση των «κόκκινων» δανείων που καταγράφηκε τα προηγούμενα χρόνια στα χαρτοφυλάκια των ελληνικών τραπεζών.
Οπως σημειώνει, οι τράπεζες προχώρησαν από το 2019 σε εκτεταμένο «καθαρισμό» των ισολογισμών τους μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων προβληματικών δανείων, κυρίως μέσω του προγράμματος «Ηρακλής». Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων υποχώρησε από το 43,5% τον Ιούνιο του 2019 στο μόλις 3,3% τον Σεπτέμβριο του 2025. Πίσω όμως από αυτή τη θεαματική βελτίωση των τραπεζικών ισολογισμών κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων δεν εξαφανίστηκε, αλλά μεταφέρθηκε εκτός τραπεζικού συστήματος. Με άλλα λόγια, οι τράπεζες απαλλάχθηκαν από το βάρος των προβληματικών απαιτήσεων, όμως οι οφειλές εξακολουθούν να υφίστανται και να βαραίνουν εκατομμύρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ωστόσο, δεν φτάνει μόνο αυτό γιατί η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) δεν έχει καταφέρει να ελέγξει πλήρως τη λειτουργία των servicers, που ακόμα και σήμερα κινούνται ανεξέλεγκτα, χωρίς κανένα πλέγμα προστασίας των δανειοληπτών. Για τον λόγο αυτόν το ΔΝΤ ζητά από την Τράπεζα της Ελλάδος να ενισχύσει σημαντικά τους εποπτικούς της μηχανισμούς, ενώ προτείνει επίσης την έκδοση ετήσιων εκθέσεων τόσο από την Τράπεζα της Ελλάδος όσο και από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Καμπανάκια
Οι εκθέσεις αυτές θα πρέπει να αξιολογούν την πορεία των servicers και την εξέλιξη του προγράμματος «Ηρακλής», ενώ τα στοιχεία θα πρέπει να πιστοποιούνται από τον εθνικό ελεγκτικό μηχανισμό. Σήμερα οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων, οι γνωστοί servicers, διαχειρίζονται περισσότερα από 3 εκατομμύρια δάνεια. Από αυτά, περίπου 2,9 εκατομμύρια εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται μη εξυπηρετούμενα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Ταμείο, η αξία των συγκεκριμένων απαιτήσεων αντιστοιχεί περίπου στο 33% του ελληνικού ΑΕΠ του 2025, ενώ αφορά σχεδόν 2,4 εκατομμύρια δανειολήπτες σε συνολικό πληθυσμό 10,4 εκατομμυρίων κατοίκων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι επισημάνσεις του ΔΝΤ για τη λειτουργία της αγοράς διαχείρισης «κόκκινων» δανείων. Το Ταμείο υπογραμμίζει ότι η πρόοδος στην οριστική διευθέτηση των οφειλών παραμένει αργή.

Μάλιστα, σε άλλο σημείο της έκθεσης αναφέρει ότι οι servicers εμφανίζουν χαμηλές ταχύτητες στην αναδιάρθρωση και τη ρύθμιση δανείων, ενώ επισημαίνει πως τα κίνητρα που διαθέτουν δεν είναι πάντοτε ευθυγραμμισμένα με την ανάγκη ταχείας επίλυσης του προβλήματος. Με τον τρόπο αυτόν το ΔΝΤ έρχεται ουσιαστικά να επιβεβαιώσει όσα καταγγέλλουν εδώ και χρόνια φορείς δανειοληπτών.
Δηλαδή ότι η δραστική μείωση των «κόκκινων» δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη μείωση του ιδιωτικού χρέους στην οικονομία. Το χρέος απλώς μεταφέρθηκε από τις τράπεζες στα ξένα επενδυτικά κεφάλαια και στους servicers, χωρίς να δοθεί μια συνολική και αποτελεσματική λύση για εκατομμύρια οφειλέτες.
Αυξήθηκε το χρέος παρά τις πρόωρες αποπληρωμές των δανείων
Στα ύψη παραμένει το ελληνικό χρέος παρά τις συνεχείς πρόωρες αποπληρωμές των δανείων του πρώτου Μνημονίου στις οποίες προχωρά το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Τα τελευταία στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) δείχνουν ότι το απόλυτο ύψος του δημόσιου χρέους όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά εξακολουθεί να αυξάνεται. Με βάση το ετήσιο δελτίο δημόσιου χρέους, το δημόσιο χρέος της χώρας διαμορφώθηκε στο τέλος του 2025 στα 406,1 δισ. ευρώ, έναντι 403,8 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση κατά 2,3 δισ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο.
Πρόκειται για ένα επίπεδο χρέους που παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, παρά τη βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων και την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων. Την ίδια ώρα, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε στα 362,9 δισ. ευρώ, από 364,9 δισ. ευρώ το 2024, ενώ ως ποσοστό του ΑΕΠ υποχώρησε στο 146% από 209% το 2020. Η μείωση αυτή κατά περίπου 63 ποσοστιαίες μονάδες αποδίδεται κυρίως στην ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, στον πληθωρισμό και στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης των τελευταίων ετών.

Ωστόσο, η αποκλιμάκωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ δεν αναιρεί το γεγονός ότι το κράτος εξακολουθεί να προσθέτει νέο δανεισμό στο ήδη υψηλό χρέος του. Με απλά λόγια, το χρέος ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος μειώνεται επειδή η οικονομία μεγαλώνει ταχύτερα από το χρέος, όχι επειδή το χρέος συρρικνώνεται σε απόλυτους αριθμούς.
Αξίζει να σημειωθεί πως το δημόσιο χρέος αφορά κυρίως το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης που διαχειρίζεται ο ΟΔΔΗΧ και περιλαμβάνει το σύνολο των δανειακών υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου. Αντίθετα, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης είναι ο επίσημος ευρωπαϊκός δείκτης που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat) και περιλαμβάνει το χρέος του κράτους, των ασφαλιστικών ταμείων, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού αφαιρεθούν οι αλληλοοφειλές μεταξύ τους.
