Η πρώτη μεγάλη φωτιά που θυμάμαι είναι εκείνη του 1980, τότε που ο (εξαιρετικός κύριος) πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης είπε, στην τηλεόραση, εκείνο περίφημο για την «κουκουνάγα»!
Εκτοτε, φάνηκε ότι το πράγμα με τις φωτιές είχε αρχίσει να αλλάζει. Μέχρι τότε η Ελλάδα δεν είχε μεγάλες πυρκαγιές. Μάλιστα, κυκλοφορούσε για τους πυροσβέστες η φήμη ότι «όλη μέρα κάθονται», ότι «είναι όλοι μαστόροι στο τάβλι» και άλλα τέτοια. Βεβαίως, ούτε στις πόλεις είχαμε μεγάλες φωτιές. Οι πρώτες ήρθαν με τους τρομοκρατικούς (ή πολυεθνικούς) εμπρησμούς του Μινιόν, του Δραγώνα, του Λαμπρόπουλου.
Τότε, βγήκαν ομαδόν εκείνες οι τεράστιες Μάνγκρους Ντόιτς αντλίες, είδαμε πυροσβέστες με κράνη κολοκοτρωναίικα και τσεκούρια, είδαμε σκάλες πυροσβεστικές να υψώνονται και να σώζουν κόσμο. Φάνηκε, όμως, ότι όλα άλλαζαν. Προς το χειρότερο, δυστυχώς.
Το κακό, φυσικά, δεν είναι μόνον ελληνικό. Είναι παγκόσμιο. Οσο κι αν κάποιοι (όπως, λ.χ., ο πρόεδρος Τραμπ) θεωρούν το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής φιάσκο ή σχέδιο «για τον έλεγχο της ανθρωπότητας», η αλήθεια είναι ότι η κλιματική αλλαγή μάς έχει αλλάξει τα φώτα!
Το να ρίξεις τις ευθύνες στον υπουργό Κλιματικής Αλλαγής ή στην ηγεσία της Πυροσβεστικής είναι η εύκολη λύση. Από τη στιγμή, όμως, που έχεις καταφέρει και διασώζεις τους ανθρώπους (όσο κι αν κάποιοι, στενοκέφαλοι, λοιδορούν το σωτήριο «112»), κάτσε κάτω και δούλεψε όλο τον χειμώνα για να περιορίσεις το κακό που -σίγουρα πλέον- θα σε βρει το καλοκαίρι.
Κλείνω με όσα έχει γράψει ο μέγας Αλέκος Σακελλάριος: «Στην Ευρώπη αντιστοιχούν τρία δέντρα για κάθε κάτοικο. Στην Ελλάδα αντιστοιχούν τρεις εμπρηστές για κάθε δέντρο. Εχουμε κάψει σε δέκα χρόνια ότι οι άλλοι σε εκατό. Είμαστε ένας λαός παράξενος και μαζοχιστής. Προπάντων μαζοχιστής.
Πάντα έχουμε ένα εναλλακτικό πρόβλημα για κάθε λύση. Στην Ελλάδα πιστεύω τους πολιτικούς ότι λένε την αλήθεια, μόνο όταν ο ένας αποκαλεί τον άλλον «ψεύτη». Αυτή η χώρα είναι όλο σε… καμπή. Ποτέ στον ίσιο δρόμο, στην ευθεία. Ο καθένας μας κρύβει μέσα του τον καλύτερο και τον χειρότερο Ελληνα.
Το κακό είναι ότι, όσο πάει, αυτοί οι δύο όλο και λιγότερο διαφέρουν μεταξύ τους. Από τους σπουδαίους προγόνους μας κληρονομήσαμε δύο ένδοξους βράχους. Την Ακρόπολη και τον Καιάδα. Και σταθήκαμε ανάξιοι όχι μόνο στο ύψος του πρώτου, αλλά και στο βάθος του δεύτερου».
Η ΑΚΙΣ