Μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για τη λειτουργία του βρετανικού πολιτικού συστήματος σκιαγραφούν πολιτικοί αναλυτές, ιστορικοί και πρώην κορυφαία στελέχη της δημόσιας διοίκησης, οι οποίοι διαπιστώνουν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διανύει μία περίοδο πρωτοφανούς πολιτικής αστάθειας, χωρίς ιστορικό προηγούμενο στη σύγχρονη εποχή.
Όπως επισημαίνεται σε εκτενή ανάλυση του Guardian, η σημερινή κατάσταση θυμίζει περισσότερο την περίοδο της Τέταρτης Γαλλικής Δημοκρατίας (1946-1958), όταν οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη χωρίς να μπορούν να δώσουν λύσεις στα μεγάλα προβλήματα της χώρας. Τότε, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις καθυστερούσαν ή εγκαταλείπονταν, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις κυριαρχούσαν επί της ουσίας και οι λαϊκιστικές δυνάμεις ενισχύονταν διαρκώς στο παρασκήνιο.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, αντίστοιχα φαινόμενα εμφανίζονται πλέον και στη Βρετανία. Από το δημοψήφισμα του Brexit το 2016 μέχρι σήμερα, η χώρα έχει περάσει από διαδοχικές αλλαγές ηγεσίας, δημιουργώντας ένα κλίμα συνεχούς πολιτικής αβεβαιότητας.
Έξι πρωθυπουργοί σε μία δεκαετία
Ο Ντέιβιντ Κάμερον, η Τερέζα Μέι, ο Μπόρις Τζόνσον, η Λιζ Τρας, ο Ρίσι Σούνακ και ο Κιρ Στάρμερ συνθέτουν μια αλυσίδα διαδοχικών πρωθυπουργών που αποτυπώνει το εύρος της αστάθειας στη βρετανική πολιτική σκηνή. Μάλιστα, αρκετοί αναλυτές θεωρούν σχεδόν βέβαιη μια ακόμη αλλαγή στην ηγεσία, με τον Άντι Μπέρναμ να προβάλλει ως πιθανός διάδοχος.
Ο ιστορικός Άντονι Σέλντον, συγγραφέας του βιβλίου «The Impossible Office? The History of the British Prime Minister», υποστηρίζει ότι η σημερινή κατάσταση είναι ουσιαστικά μοναδική στη βρετανική ιστορία.
«Δεν υπήρξε ποτέ περίοδος σαν την τωρινή», σημειώνει, εξηγώντας ότι ακόμη και σε εποχές έντονης πολιτικής εναλλαγής, όπως τον 18ο ή τον 19ο αιώνα, δεν υπήρχε η συνολική αποσταθεροποίηση που παρατηρείται σήμερα στο κυβερνητικό οικοδόμημα.
Οι συνέπειες των συνεχών αλλαγών
Η συχνή εναλλαγή πρωθυπουργών δεν επηρεάζει μόνο την κορυφή της εξουσίας. Κάθε νέα ηγεσία φέρνει μαζί της νέους υπουργούς, διαφορετικές προτεραιότητες και νέους συμβούλους, διακόπτοντας συχνά πολιτικές που απαιτούν πολυετή σχεδιασμό.
Ο πρώην γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου, Γκας Ο’Ντόνελ, υπενθυμίζει ότι κατά την περίοδο της δημόσιας θητείας του είχε διαπιστώσει επανειλημμένα πόσο δύσκολο είναι να υλοποιηθούν μακροπρόθεσμες πολιτικές όταν οι αρμόδιοι υπουργοί αλλάζουν διαρκώς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ασφαλιστικό σύστημα, όπου –όπως αναφέρει– υπήρξαν περιπτώσεις κατά τις οποίες εννέα διαφορετικοί υπουργοί χειρίστηκαν το ίδιο χαρτοφυλάκιο μέσα σε μόλις πέντε χρόνια.
Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια συνέχειας στη δημόσια πολιτική και η αδυναμία ολοκλήρωσης μεταρρυθμίσεων που απαιτούν χρόνο και πολιτική επιμονή.
Οικονομική στασιμότητα και κοινωνικός κατακερματισμός
Παρότι η οικονομική στασιμότητα μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 θεωρείται ένας από τους βασικούς παράγοντες της πολιτικής αστάθειας, αρκετοί ειδικοί εκτιμούν ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Η μεταπολεμική Βρετανία στηριζόταν σε ένα σχετικά απλό πολιτικό δίπολο μεταξύ Εργατικών και Συντηρητικών. Σήμερα, όμως, η κοινωνία είναι κατακερματισμένη από πολλαπλά και συχνά αντικρουόμενα ρήγματα.
Το Brexit, οι πολιτισμικές αντιπαραθέσεις, οι διαφορετικές στάσεις απέναντι στη μετανάστευση, οι συγκρούσεις γύρω από τη Μέση Ανατολή, αλλά και το χάσμα ανάμεσα στις νεότερες γενιές που δυσκολεύονται να αποκτήσουν κατοικία και στους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες ακινήτων, έχουν δημιουργήσει ένα εξαιρετικά περίπλοκο πολιτικό περιβάλλον.
Ο ιστορικός Σουντίρ Χαζαρίσινγκ θεωρεί ότι η κατάσταση αυτή παρουσιάζει αξιοσημείωτες ομοιότητες με τη Γαλλία της δεκαετίας του 1950, όπου οι πολλαπλές κοινωνικές και πολιτικές διαιρέσεις κατέστησαν σχεδόν αδύνατη τη σταθερή διακυβέρνηση.
Το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Βρετανία δεν αντιμετωπίζει απλώς μια κρίση προσώπων, αλλά μια βαθύτερη κρίση πολιτικής αποτελεσματικότητας και ηγεσίας. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η λύση δεν βρίσκεται στην αποδυνάμωση της πολιτικής διαδικασίας, αλλά στην ανάδειξη ηγεσιών που θα μπορούν να διαμορφώσουν ευρύτερες κοινωνικές συναινέσεις, να εξηγήσουν τις αναγκαίες θυσίες και να πείσουν τους πολίτες να στηρίξουν μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις.
Η εμπειρία της Γαλλίας μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Σαρλ ντε Γκωλ προβάλλεται ως παράδειγμα μιας χώρας που κατάφερε να ξεπεράσει την πολιτική παράλυση και να αποκτήσει σταθερότητα, προχωρώντας σε μεγάλα έργα υποδομών και στρατηγικές μεταρρυθμίσεις.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον για το Ηνωμένο Βασίλειο είναι αν μπορεί να βρει τη δική του πορεία εξόδου από έναν κύκλο διαρκούς πολιτικής φθοράς και κυβερνητικής αστάθειας, ο οποίος εδώ και σχεδόν μία δεκαετία μοιάζει να αναπαράγεται συνεχώς.
