Μια διαφορετική εκδοχή για τα γεγονότα που οδήγησαν στη δολοφονία της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη στα Χανιά επιχειρεί να παρουσιάσει ο 43χρονος κατηγορούμενος μέσα από την οκτασέλιδη απολογία του. Περιγράφοντας τη δική του εκδοχή για όσα συνέβησαν πριν και κατά τη διάρκεια του εγκλήματος, ο αλλοδαπός αναφέρεται στη ζωή του στην Ελλάδα, στη σχέση που υποστηρίζει ότι είχε αναπτύξει με το θύμα, αλλά και στα γεγονότα που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, προηγήθηκαν της ανθρωποκτονίας.
Η απολογία εκτείνεται από το 1996, όταν εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα με την οικογένειά του προερχόμενος από τα Σκόπια, έως την ημέρα της δολοφονίας, στις 30 Μαΐου, ενώ περιλαμβάνει και τους ισχυρισμούς του για τις κινήσεις που ακολούθησαν μετά το έγκλημα.
Η ζωή στην Ελλάδα και η γνωριμία με τη Σταυρούλα Λεβεντάκη
Όπως αναφέρει, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε αρχικά στην Κουντούρα του Δήμου Καντάνου, όπου εργαζόταν στα θερμοκήπια μαζί με τη μητέρα και τα αδέλφια του.
Στη συνέχεια γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του, με την οποία παντρεύτηκαν το 2013 και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Φουρνέ Χανίων, διαμένοντας αρχικά σε λυόμενο οίκημα που είχαν τοποθετήσει στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το κοτέτσι του.
Το 2022 μετακόμισαν στο Βαρύπετρο, νοικιάζοντας τμήμα κατοικίας που ανήκε στη Σταυρούλα Λεβεντάκη. Σύμφωνα με τον ίδιο, αρχικά μίσθωνε περίπου 65 τετραγωνικά μέτρα, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου ανήκε στον αδελφό της 45χρονης. Όπως υποστηρίζει, οι δύο κατοικίες επικοινωνούσαν με εσωτερική πόρτα που παρέμενε διαρκώς κλειδωμένη και το μηνιαίο μίσθωμα ανερχόταν στα 300 ευρώ.
Αργότερα, όταν -όπως ισχυρίζεται- η Σταυρούλα Λεβεντάκη απέκτησε την πλήρη κυριότητα του ακινήτου, άρχισε να νοικιάζει ολόκληρο το σπίτι, καταβάλλοντας πλέον ενοίκιο 600 ευρώ κάθε μήνα μέσω τραπεζικού λογαριασμού.
Για τον αδελφό του θύματος υποστηρίζει ότι οι σχέσεις τους ήταν τυπικές και περιορίστηκαν ουσιαστικά σε μία μόνο συνάντηση, όταν του είχε ζητήσει βοήθεια για βλάβη στο αυτοκίνητό του. Όπως αναφέρει, τότε αντάλλαξαν και τα τηλέφωνά τους, χωρίς να υπάρξει άλλη ιδιαίτερη επαφή.
Οι επιθεωρήσεις του σπιτιού και οι συχνοί καβγάδες
Ο κατηγορούμενος περιγράφει ότι, σύμφωνα με το ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, η ιδιοκτήτρια είχε δικαίωμα να επισκέπτεται την κατοικία κάθε έξι μήνες, έπειτα από τηλεφωνική συνεννόηση, προκειμένου να ελέγχει την κατάσταση του ακινήτου. Όπως ισχυρίζεται, οι επισκέψεις αυτές συχνά κατέληγαν σε εντάσεις.
Στην απολογία του υποστηρίζει ότι οι διαφωνίες τους αφορούσαν κυρίως ζητήματα συντήρησης του σπιτιού, αποδίδοντας τις συνεχείς παρατηρήσεις της στις σκουριές που εμφανίζονταν στα ντουλάπια. Ο ίδιος αναφέρει ότι χρησιμοποιούσε μεγάλες ποσότητες αλατιού, τις οποίες αποθήκευε στα ντουλάπια, με αποτέλεσμα η ιδιοκτήτρια να επιμένει πως προκαλούσαν φθορές στους μεντεσέδες και να του ζητά να τις μεταφέρει αλλού.
Παρά τις συχνές διαφωνίες τους, υποστηρίζει ότι οι σχέσεις τους δεν ξεπερνούσαν το επίπεδο μιας τυπικής γνωριμίας. Όπως αναφέρει, η 45χρονη επισκεπτόταν συχνά το κτήμα πίσω από το σπίτι για να φροντίζει τις πορτοκαλιές και κάποιες φορές σταματούσε για λίγο, ζητώντας ένα ποτήρι νερό ή κουβεντιάζοντας μαζί του.
Οι ισχυρισμοί για ερωτική σχέση
Σημαντικό μέρος της απολογίας αφιερώνεται στη σχέση που, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, αναπτύχθηκε αργότερα μεταξύ τους. Υποστηρίζει ότι από τις αρχές του 2025 η Σταυρούλα Λεβεντάκη άρχισε να του εκδηλώνει ερωτικό ενδιαφέρον, λέγοντάς του ότι τον ζηλεύει επειδή ζει μόνος του, ενώ, όπως αναφέρει, προσπαθούσε συχνά να τον πλησιάσει και σωματικά. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν ανταποκρινόταν, καθώς δεν τη θεωρούσε ερωτική σύντροφο.
Στη συνέχεια περιγράφει ένα τραπέζι που διοργάνωσε στο σπίτι του τον Οκτώβριο του 2025, στο οποίο, όπως λέει, συμμετείχαν φίλοι του, δύο ακόμη άτομα και η Σταυρούλα Λεβεντάκη, η οποία μάλιστα είχε φτάσει νωρίτερα για να βοηθήσει στην προετοιμασία του φαγητού.
Κατά τον ίδιο, μετά την αποχώρηση των υπολοίπων καλεσμένων παρέμειναν μόνο οι δυο τους. Υποστηρίζει ότι και οι δύο είχαν καταναλώσει σημαντική ποσότητα αλκοόλ και πως τότε είχαν ερωτική επαφή, η οποία -όπως ισχυρίζεται- δεν επαναλήφθηκε ποτέ.
Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, μετά από εκείνη τη βραδιά η 45χρονη συνέχισε να τον αναζητά τηλεφωνικά και να επιδιώκει να τον επισκέπτεται, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να αποφεύγει κάθε προσωπική επαφή μαζί της, διατηρώντας, όπως λέει, μόνο τις απαραίτητες σχέσεις που επέβαλλε η ιδιότητα της ιδιοκτήτριας του σπιτιού.
Η τελευταία επικοινωνία πριν από τη δολοφονία
Αναφερόμενος στις ημέρες που προηγήθηκαν του εγκλήματος, ο 43χρονος υποστηρίζει ότι η Σταυρούλα Λεβεντάκη επικοινώνησε μαζί του περίπου στα μέσα Μαΐου, ζητώντας πληροφορίες για τις κάμερες ασφαλείας που είχε τοποθετήσει στην κατοικία του. Κατά τους ισχυρισμούς του, εκείνη ήθελε να διαπιστώσει αν οι κάμερες κατέγραφαν τον δρόμο, ώστε, εφόσον χρειαζόταν, να ελέγξει την παρουσία εργατών που πραγματοποιούσαν εργασίες στις πορτοκαλιές της. Όπως αναφέρει, της απάντησε ότι υπήρχε καταγεγραμμένο υλικό, ωστόσο τελικά δεν χρειάστηκε να της δείξει τίποτα.
Για την ημέρα της δολοφονίας ισχυρίζεται ότι ενώ βρισκόταν στην εργασία του δέχθηκε τηλεφώνημα από την 45χρονη, η οποία τον ενημέρωσε πως επιθυμούσε να πραγματοποιήσει την προγραμματισμένη επιθεώρηση του σπιτιού, όπως προέβλεπε το συμφωνητικό μίσθωσης. Σύμφωνα με την απολογία του, συμφώνησαν να συναντηθούν μετά τις 15:00, όταν θα είχε επιστρέψει από τη δουλειά.
Η επίσκεψη της 30ής Μαΐου και οι ισχυρισμοί του για όσα προηγήθηκαν
Συνεχίζοντας την απολογία του, ο 43χρονος περιγράφει λεπτό προς λεπτό τη συνάντησή του με τη Σταυρούλα Λεβεντάκη το απόγευμα της 30ής Μαΐου, παρουσιάζοντας τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα που, όπως υποστηρίζει, οδήγησαν στην ανθρωποκτονία.
Σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται, η 45χρονη έφτασε στο σπίτι περίπου στις 16:20, έχοντας μαζί της σακούλες με αυγά. Της άνοιξε την πόρτα χωρίς να απαντήσει στο τηλεφώνημά της, ενώ, όπως αναφέρει, εκείνη τον ρώτησε αν έπρεπε να βγάλει τις παντόφλες της πριν μπει στο σπίτι. Αφού κάθισαν για λίγο στο σαλόνι, της πρόσφερε μία μπύρα, την οποία, όπως λέει, μοιράστηκαν, πριν ξεκινήσουν τον έλεγχο της κατοικίας.
Κατά την περιγραφή του, η επιθεώρηση άρχισε από την παλιά κουζίνα, όπου η ιδιοκτήτρια φωτογράφιζε τα ντουλάπια και επανέφερε, όπως υποστηρίζει, τη γνωστή μεταξύ τους διαφωνία για τις ποσότητες αλατιού που αποθήκευε και τις σκουριές που εμφανίζονταν στους μεντεσέδες.
Στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το υπνοδωμάτιο. Εκεί, σύμφωνα πάντα με τον κατηγορούμενο, η 45χρονη έκανε νέα παρατήρηση για την κατάσταση του χώρου και του καθρέφτη, γεγονός που, όπως αναφέρει, τον εκνεύρισε.
Οι ισχυρισμοί του για την έναρξη της συμπλοκής
Στο σημείο αυτό η απολογία του αποκλίνει από την περιγραφή των μέχρι σήμερα γνωστών στοιχείων της δικογραφίας, καθώς ο ίδιος υποστηρίζει ότι η συζήτηση πήρε προσωπική τροπή.
Κατά τον ισχυρισμό του, η Σταυρούλα Λεβεντάκη του ζήτησε να έχουν εκ νέου ερωτική επαφή, αίτημα που, όπως αναφέρει, αρνήθηκε. Ο 43χρονος υποστηρίζει ότι ακολούθησε έντονη λεκτική αντιπαράθεση, κατά την οποία η 45χρονη φέρεται να τον απείλησε ότι θα ενημερώσει τη σύζυγό του, θα τον κατηγορήσει για βιασμό και θα τον διώξει από το σπίτι.
Σύμφωνα πάντα με την απολογία του, εκείνη επιχείρησε να τον χτυπήσει με ένα γεμάτο μπουκάλι κρασί που βρισκόταν ως διακοσμητικό στο υπνοδωμάτιο. Όπως ισχυρίζεται, στην προσπάθειά του να το απομακρύνει ακολούθησε συμπλοκή, κατά την οποία η γυναίκα έπεσε στο πάτωμα και τραυματίστηκε στο κεφάλι.
Ο ίδιος αναφέρει ότι, βλέποντας αίμα να τρέχει, πανικοβλήθηκε. Υποστηρίζει πως τότε τη χτύπησε με το μπουκάλι, το οποίο έσπασε, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποίησε ταινία για να καλύψει το στόμα της, επειδή –όπως ισχυρίζεται– εκείνη φώναζε. Κατά την απολογία του, θεώρησε πως η γυναίκα είχε χάσει τις αισθήσεις της και απομακρύνθηκε από το δωμάτιο.
Η παραδοχή της ανθρωποκτονίας
Ο κατηγορούμενος παραδέχεται στη συνέχεια ότι, όταν επέστρεψε, η 45χρονη είχε ανακτήσει τις αισθήσεις της και καλούσε σε βοήθεια. Όπως αναφέρει, πήγε στην κουζίνα, πήρε ένα κουζινομάχαιρο και επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο, όπου τη μαχαίρωσε δύο φορές στο ύψος της καρδιάς.
Στην απολογία του υποστηρίζει ότι στη συνέχεια αποχώρησε ξανά από το δωμάτιο, έπλυνε το μαχαίρι με σαπούνι και ξίδι και προσπάθησε να ηρεμήσει. Ωστόσο, όπως ο ίδιος περιγράφει, λίγο αργότερα άκουσε ξανά τη γυναίκα να ζητά βοήθεια. Τότε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, πήρε ένα ξύλο από τα καυσόξυλα που βρίσκονταν δίπλα στο τζάκι και επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο, όπου τη χτύπησε επανειλημμένα στο κεφάλι μέχρι, όπως αναφέρει, να σταματήσει να αντιδρά. Ο ίδιος τοποθετεί χρονικά τον θάνατο της Σταυρούλας Λεβεντάκη περίπου μεταξύ 17:00 και 17:15.
Η προσπάθεια να εμφανιστεί το έγκλημα ως ληστεία
Αμέσως μετά, όπως παραδέχεται, αποφάσισε να σκηνοθετήσει ληστεία ώστε να απομακρύνει τις υποψίες από τον ίδιο. Σύμφωνα με την απολογία του, δίπλα στη σορό εντόπισε δύο τραπεζικές κάρτες της 45χρονης, στις οποίες ήταν σημειωμένος ο προσωπικός κωδικός (PIN). Υποστηρίζει ότι πήρε τις κάρτες, μετέβη με το μπλε Renault Kangoo που χρησιμοποιούσε σε ΑΤΜ στις Μουρνιές και πραγματοποίησε ανάληψη 1.000 ευρώ.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, δεν ενδιαφέρθηκε να δει το υπόλοιπο του λογαριασμού, καθώς στόχος του ήταν να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το κίνητρο του εγκλήματος ήταν η ληστεία. Επιστρέφοντας στο σπίτι, άφησε -όπως ισχυρίζεται- τα χρήματα και τις κάρτες πάνω σε έπιπλο του σαλονιού, πριν ξεκινήσει να οργανώνει την απόκρυψη της σορού.
Ο κατηγορούμενος περιγράφει στη συνέχεια ότι πήγε στο γκαράζ και πήρε μεγάλες μαύρες σακούλες, δεματικά, χλωρίνη και είδη καθαρισμού. Όπως υποστηρίζει, αρχικά προσπάθησε να τοποθετήσει τη σορό μέσα στις σακούλες, όμως λόγω του όγκου του σώματος χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει επανειλημμένα δύο σακούλες κάθε φορά, καλύπτοντας χωριστά το πάνω και το κάτω μέρος. Παραδέχεται ακόμη ότι έδεσε τα χέρια και τα πόδια της γυναίκας με δεματικά για να μπορέσει να τη μετακινήσει μέσα στο σπίτι.
Στη συνέχεια άρχισε, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, να καθαρίζει επίμονα τα ίχνη αίματος χρησιμοποιώντας χλωρίνη, σφουγγαρίστρα, σκούπα και φαράσι, αλλάζοντας συνεχώς το νερό και χρησιμοποιώντας αρωματικά καθαριστικά.
Παράλληλα, συγκέντρωσε σε ξεχωριστή σακούλα αντικείμενα που θεωρούσε ενοχοποιητικά, μεταξύ των οποίων το ξύλο που χρησιμοποίησε, τα θραύσματα από το σπασμένο μπουκάλι, τις σακούλες που είχε μαζί της η Σταυρούλα όταν έφτασε στο σπίτι, καθώς και τα ρούχα που φορούσε ο ίδιος την ώρα του εγκλήματος.
Η βιντεοκλήση με τη σύζυγό του και οι κινήσεις συγκάλυψης
Στην τελευταία ενότητα της απολογίας του, ο 43χρονος περιγράφει τις κινήσεις που ακολούθησαν μετά την ανθρωποκτονία, παραδεχόμενος ότι επιχείρησε να εξαφανίσει στοιχεία που θα μπορούσαν να τον συνδέσουν με το έγκλημα.
Όπως υποστηρίζει, περίπου στις 21:00 της 30ής Μαΐου πραγματοποίησε, όπως συνήθιζε καθημερινά, βιντεοκλήση με τη σύζυγό του, η οποία διαμένει στη Γαύδο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας δεν της αποκάλυψε τίποτα από όσα είχαν προηγηθεί λίγες ώρες νωρίτερα.
Αμέσως μετά, συνέχισε -όπως αναφέρει- να καθαρίζει το σπίτι, ενώ περίπου στις 22:00 φόρτωσε στο μπλε Renault Kangoo μία σακούλα με αντικείμενα που θεωρούσε ενοχοποιητικά, μαζί με την κάρτα της Εθνικής Τράπεζας και το κινητό τηλέφωνο της Σταυρούλας Λεβεντάκη.
Κατά την απολογία του, μετέβη στην περιοχή του Γαλατά, όπου πέταξε τη σακούλα σε κάδο απορριμμάτων. Λίγο αργότερα, σε διαφορετικό σημείο, υποστηρίζει ότι κατέστρεψε το κινητό τηλέφωνο πατώντας το στο έδαφος και στη συνέχεια το πέταξε επίσης σε κάδο.
Η δεύτερη ανάληψη χρημάτων
Ο 43χρονος παραδέχεται ακόμη ότι στη συνέχεια κατευθύνθηκε σε ΑΤΜ της Εθνικής Τράπεζας, στην περιοχή των Αγίων Αποστόλων, προκειμένου να διαπιστώσει εάν η δεύτερη τραπεζική κάρτα λειτουργούσε με τον ίδιο προσωπικό κωδικό. Όπως ισχυρίζεται, διαπίστωσε ότι ο κωδικός ήταν ο ίδιος και πραγματοποίησε νέα ανάληψη, αυτή τη φορά ύψους περίπου 800 ευρώ.
Μετά την επιστροφή του στο σπίτι, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, υποστηρίζει ότι συνέχισε τον καθαρισμό του χώρου, καθώς είχαν απομείνει μικρές κηλίδες αίματος. Στην απολογία του αναφέρει ακόμη ότι αδυνατούσε να κοιμηθεί και περίπου στις 00:30 κάπνισε ένα τσιγάρο κάνναβης, σημειώνοντας πως είναι περιστασιακός χρήστης. Όπως περιγράφει, εκείνες τις ώρες προσπαθούσε να αποφασίσει με ποιον τρόπο θα μετέφερε τη σορό, αποφεύγοντας -όπως ισχυρίζεται- το ενδεχόμενο αστυνομικού ελέγχου.
Σύμφωνα με την απολογία του, λίγο μετά τις 06:00 το πρωί της 31ης Μαΐου ξεκίνησε να μεταφέρει τη σορό έξω από το σπίτι. Υποστηρίζει ότι αρχικά προσπάθησε να τη σηκώσει, όμως λόγω του βάρους της αναγκάστηκε να τη σύρει μέχρι το βαν, ενώ κατά τη μεταφορά σκίστηκε μία από τις σακούλες που είχε χρησιμοποιήσει.
Αφού την τοποθέτησε στον αποθηκευτικό χώρο του οχήματος, κατευθύνθηκε προς χωράφι που διατηρεί στον Βατόλακκο, όπου βρίσκεται και ένα κοντέινερ που χρησιμοποιεί για εργασίες. Εκεί, όπως περιγράφει, έσκαψε μόνος του έναν λάκκο ανάμεσα στις πορτοκαλιές, χρησιμοποιώντας στη συνέχεια οικοδομικό καρότσι για να μεταφέρει τη σορό μέχρι το σημείο. Κατά τους ισχυρισμούς του, την τοποθέτησε μέσα στον λάκκο, τον κάλυψε με το χώμα που είχε αφαιρέσει και πρόσθεσε επιπλέον χώμα από άλλο σημείο του χωραφιού, ώστε να μην είναι εμφανές το σημείο ταφής.
«Πήγα για δουλειά και μετά σε φίλο μου με γλυκά»
Μετά την ταφή, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει ότι επέστρεψε στο σπίτι περίπου στις 08:00 και καθάρισε τα τελευταία ίχνη αίματος που είχαν δημιουργηθεί κατά τη μεταφορά της σορού. Στη συνέχεια, όπως αναφέρει, πήρε το δεύτερο βαν που διέθετε και πήγε σε προγραμματισμένη εργασία μεταφοράς μπάζων, ώστε –όπως ισχυρίζεται– να μην κινήσει υποψίες ότι είχε συμβεί κάτι.
Αργότερα επέστρεψε στο σπίτι, έκανε μπάνιο, άλλαξε ρούχα και, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, αγόρασε γλυκά πριν επισκεφθεί φίλο του, ο οποίος τον είχε καλέσει για φαγητό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην απολογία του, πήγε στη συνάντηση παρότι, όπως υποστηρίζει, βρισκόταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, επειδή δεν ήθελε να δημιουργήσει υποψίες στους ανθρώπους του περιβάλλοντός του.
Οι κάμερες ασφαλείας και η επικοινωνία με τον αδελφό του θύματος
Ο 43χρονος αναφέρεται και στο σύστημα παρακολούθησης που είχε εγκαταστήσει στην κατοικία του. Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει, είχε τοποθετήσει δύο εξωτερικές κάμερες και μία εσωτερική, την οποία ενεργοποιούσε όταν η σύζυγός του βρισκόταν από τη Γαύδο στα Χανιά, επειδή, όπως αναφέρει, μετέφερε μαζί της χρήματα.
Ισχυρίζεται ακόμη ότι περίπου μία εβδομάδα μετά την εξαφάνιση της Σταυρούλας Λεβεντάκη δέχθηκε τηλεφώνημα από τον αδελφό της, ο οποίος τον ρώτησε εάν γνώριζε κάτι για την τύχη της. Όπως υποστηρίζει, τότε του ανέφερε ότι η αδελφή του είχε ενδιαφερθεί παλαιότερα για το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας σχετικά με εργάτες που απασχολούνταν στις πορτοκαλιές και εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να ισχυριστεί ότι είχε ήδη διαγράψει το σχετικό βιντεοληπτικό υλικό.
Οι τελευταίοι ισχυρισμοί και η συγγνώμη
Στο κλείσιμο της απολογίας του, ο κατηγορούμενος επανέρχεται στη χρήση κάνναβης, υποστηρίζοντας ότι είχε καπνίσει ένα τσιγάρο μετά την εργασία του την ημέρα του εγκλήματος.
Μάλιστα, αποδίδει σε αυτό την απώλεια ελέγχου των πράξεών του, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι θεωρεί πως αυτή ήταν η αιτία που «έχασε το μυαλό του», επισημαίνοντας ότι δεν του είχε συμβεί ποτέ ξανά κάτι αντίστοιχο. Παράλληλα, ισχυρίζεται ότι δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του να βλάψει άνθρωπο και κλείνει την απολογία του ζητώντας συγγνώμη τόσο από την οικογένεια της Σταυρούλας Λεβεντάκη όσο και από τη δική του οικογένεια.
«Ζητώ συγνώμη απο την οικογένεια Σταυρούλας αλλά κι απ’τη δική μου οικογένεια που τους απογοήτευσα», αναφέρει χαρακτηριστικά στο τελευταίο μέρος της απολογίας του.
