Αντιμέτωπη με κατηγορία ανθρωποκτονίας και το ενδεχόμενο να της επιβληθεί η θανατική ποινή βρίσκεται μια 23χρονη Βρετανίδα influencer στο TikTok, η οποία συνελήφθη στο Ντουμπάι μετά τον θάνατο ενός επίσης Βρετανού άνδρα. Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον στη Βρετανία, καθώς η οικογένειά της και οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι η νεαρή γυναίκα ενήργησε σε κατάσταση αυτοάμυνας, ύστερα από επίθεση που, όπως καταγγέλλουν, δέχθηκε από το θύμα.
Η 23χρονη Μπρουκ Τζορτζ, πρώην εργαζόμενη σε κατάστημα της αλυσίδας John Lewis στο Γκρέιβσεντ του Κεντ, κατηγορείται από τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ότι σκότωσε με μαχαίρι κουζίνας έναν 26χρονο Βρετανό, ο οποίος, σύμφωνα με δημοσίευμα της Daily Mail, είναι ο Γουίλιαμ Τρίμπι.
Η γνωριμία μέσω Facebook και τα δύο ταξίδια στο Ντουμπάι
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, οι δύο νέοι γνωρίστηκαν μέσω Facebook και ανέπτυξαν διαδικτυακή σχέση, η οποία οδήγησε την 23χρονη να ταξιδέψει στο Ντουμπάι.
Κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας, η πρώτη της επίσκεψη διήρκεσε περίπου μία εβδομάδα και εξελίχθηκε χωρίς προβλήματα. Μάλιστα, έχει περιγράψει εκείνη την περίοδο ως «η καλύτερη περίοδος της ζωής μου», ενώ υποστηρίζεται ότι ο 26χρονος είχε οργανώσει ακόμη και επαγγελματική φωτογράφιση για λογαριασμό της.
Ωστόσο, όπως αναφέρει η ίδια μέσω της οργάνωσης Detained in Dubai, η εικόνα άλλαξε δραματικά κατά τη δεύτερη επίσκεψή της στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η οικογένεια της 23χρονης και η οργάνωση που έχει αναλάβει την υποστήριξή της ισχυρίζονται πως ο 26χρονος άρχισε να επιδεικνύει έντονα ελεγκτική και κακοποιητική συμπεριφορά. Σύμφωνα με τους ίδιους ισχυρισμούς, της είχε αφαιρέσει το διαβατήριό της, ενώ είχε φροντίσει να της εκδώσει εισιτήριο μόνο απλής μετάβασης, γεγονός που, όπως υποστηρίζουν, την έκανε να αντιληφθεί ότι δυσκολευόταν να επιστρέψει στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η μητέρα της, Θέρεζα Τζορτζ, δήλωσε πως η συμπεριφορά της κόρης της είχε αλλάξει αισθητά λίγο πριν από το περιστατικό: «Αφού η Μπρουκ επέστρεψε στο Ντουμπάι για δεύτερη φορά, η δυναμική μεταξύ τους είχε ξεκάθαρα αλλάξει. Την ημέρα πριν το περιστατικό δεν έμοιαζε με τον εαυτό της. Ήταν πιο ήσυχη και όχι η χαρούμενη και ζωηρή κοπέλα που ήξερα, αλλά δεν μου είπε γιατί. Εκείνο το βράδυ πήγαν σε ένα μπαρ στο Ντουμπάι. Όταν μίλησα με τη Μπρουκ αμέσως μετά το περιστατικό, ήταν τρομοκρατημένη. Δεν την έχω ξαναδεί ποτέ έτσι. Έκλαιγε ανεξέλεγκτα. Έβλεπα ότι το ένα της μάτι ήταν πολύ πρησμένο και άρχιζε να κλείνει. Ως μητέρα της, ανησυχώ βαθιά για την ευημερία της. Η κόρη που μίλησα εκείνο το βράδυ ήταν τρομοκρατημένη. Πιστεύω ακράδαντα ότι προσπαθούσε απεγνωσμένα να γυρίσει σπίτι».
Τι υποστηρίζει η υπεράσπισή της
Σύμφωνα με την οργάνωση Detained in Dubai, η οποία παρακολουθεί την υπόθεση, η 23χρονη δέχθηκε επίθεση αρχικά μέσα σε αυτοκίνητο, έπειτα από έξοδο στο Caffreys Bar, στην περιοχή Jumeirah Village, και στη συνέχεια στο διαμέρισμα του 26χρονου.
Η διευθύνουσα σύμβουλος της οργάνωσης, Ράντα Στέρλινγκ, υποστηρίζει ότι η νεαρή γυναίκα αντέδρασε μόνο όταν φοβήθηκε για τη ζωή της: «Άρπαξε ένα μαχαίρι αφού δέχθηκε επίθεση και γροθιές στο πρόσωπο. Οι αρχές πρέπει να τη μεταχειριστούν ως θύμα ενδοοικογενειακής βίας ενώ διερευνούν την υπόθεση».
Σε άλλη δήλωσή της ανέφερε: «Η Μπρουκ επιμένει ότι ενήργησε μόνο αφού δέχθηκε βίαιη επίθεση και από πραγματικό φόβο για τη ζωή της. Θα εργαστούμε ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματά της, να έχει δίκαιη δίκη και να εξεταστούν πλήρως και αμερόληπτα οι συνθήκες που οδήγησαν σε αυτή την τραγωδία».
Η ίδια εκτιμά ότι η υπόθεση αναδεικνύει ένα ευρύτερο φαινόμενο, σύμφωνα με το οποίο νεαρές γυναίκες προσελκύονται στο Ντουμπάι με υποσχέσεις για πολυτελή ζωή, επαγγελματικές συνεργασίες ή ρομαντικές σχέσεις και στη συνέχεια καταγγέλλουν ότι υπέστησαν βία, σεξουαλική εκμετάλλευση ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Η σύλληψη στο αεροδρόμιο και οι καταγγελίες για τη μεταχείρισή της
Η οικογένεια υποστηρίζει ότι, μετά το περιστατικό, η 23χρονη επικοινώνησε μαζί της πανικόβλητη και, με τη βοήθεια φίλων, έκλεισε εισιτήριο επιστροφής για τη Βρετανία. Σύμφωνα με τους ίδιους ισχυρισμούς, επέστρεψε στο διαμέρισμα μόνο για να πάρει το διαβατήριό της, όμως τελικά συνελήφθη τα ξημερώματα της 22ας Ιουνίου στο αεροδρόμιο του Ντουμπάι, λίγο πριν επιβιβαστεί στην πτήση της. Έκτοτε κρατείται στο αστυνομικό τμήμα Bur Dubai, το οποίο η οργάνωση χαρακτηρίζει «διαβόητο».
Παράλληλα, καταγγέλλεται ότι αναγκάστηκε να γδυθεί μπροστά σε άνδρα φύλακα και άνδρες αστυνομικούς, χωρίς την παρουσία γυναικών αστυνομικών, ενώ υποστηρίζεται ακόμη ότι δεν της επετράπη πρόσβαση σε δικηγόρο ή στη βρετανική πρεσβεία και ότι κλήθηκε να δώσει καταθέσεις χωρίς νομική εκπροσώπηση.
Η Detained in Dubai αναφέρει επίσης ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες στην ενημέρωσή της για την πορεία της υπόθεσης, επικαλούμενη γλωσσικά εμπόδια.
Το αίτημα για αποφυλάκιση και η έρευνα
Η οργάνωση ζητά από τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να εξετάσουν εξονυχιστικά όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές και τις επικοινωνίες του 26χρονου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου ενδέχεται να σχετίζεται με την υπόθεση, ώστε να διαπιστωθεί αν η 23χρονη είχε στοχοποιηθεί για εκμετάλλευση ή αν υπάρχουν και άλλα πιθανά θύματα.
Παράλληλα, ζητά να αφεθεί ελεύθερη με εγγύηση μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες έφερε εμφανή σημάδια κακοποίησης αμέσως μετά το περιστατικό.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μάρτυρες είδαν εμφανείς κακώσεις αμέσως μετά το περιστατικό. Αντί να αντιμετωπίζεται μόνο ως ύποπτη για φόνο, οι αρχές πρέπει να εξετάσουν και τον ρόλο της ως θύμα σοβαρής βίας και πιθανής εκμετάλλευσης. Πρέπει να της παρασχεθεί προστασία, ιατρική φροντίδα, νομική εκπροσώπηση και άμεση προξενική βοήθεια από τη Βρετανία κατά τη διάρκεια της έρευνας».
Η υπόθεση παραμένει σε εξέλιξη, με τη 23χρονη να αντιμετωπίζει κατηγορία ανθρωποκτονίας στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου, σε περίπτωση καταδίκης για φόνο, προβλέπονται ιδιαίτερα αυστηρές ποινές.
