Σε μια κίνηση τακτικής με σαφή μηνύματα και προς το Μέγαρο Μαξίμου προχώρησε ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, καταθέτοντας προσφυγή στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Ο πρώην επίτροπος ζητά την ακύρωση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εξέδωσαν σε βάρος του οι βελγικές αρχές για την υπόθεση Qatargate, αμφισβητώντας πλήρως τη νομιμότητά του.
Η επιλογή του να προσφύγει στην ελληνική Δικαιοσύνη ήταν μια κίνηση τακτικής, καθώς γνωρίζει καλά πως αν ταξιδέψει στις Βρυξέλλες κινδυνεύει με άμεση σύλληψη, ακολουθώντας τη μοίρα της Εύας Καϊλή. Ο ίδιος, ωστόσο, εμφανίζεται επιθετικός και «δείχνει τα δόντια του» δίνοντας την αίσθηση πως δεν είναι διατεθειμένος να πέσει μόνος του…
Μάλιστα, στράφηκε ευθέως κατά του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΙ, αναφέροντας χαρακτηριστικά:
«Η όλη ιστορία είναι μια μπούρδα. Δεν κλήθηκα ποτέ να δώσω εξηγήσεις, το ένταλμα είναι της βελγικής αστυνομίας και είναι άκυρο. Δεν με κάλεσε η βελγική δικαιοσύνη αλλά κάποιοι αστυνομικοί. Το ένταλμα δεν εστάλη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά στην Αστυνομία. Η Αστυνομία το πήρε, ο κ. Χρυσοχοΐδης δυο-τρεις μέρες το είχε στο συρτάρι του, δεν ξέρω γιατί, εμένα δεν με ενημέρωσε. Ενημέρωσε τον πρωθυπουργό, και καλά έκανε, έκανε τη δουλειά του. Εγώ ενημερώθηκα από το γραφείο του πρωθυπουργού. Μου είπαν ότι ήρθε αυτό και ότι θα το δούμε. Εγώ εμπιστεύομαι την ελληνική δικαιοσύνη και ζητώ να αρθεί η ασυλία μου. Δεν φοβάμαι τίποτα. Δεν έχω να απολογηθώ σε κανένα κερατά».
Παράλληλα, ο πρώην επίτροπος υπεραμύνθηκε της νομιμότητας των εισοδημάτων του από τον οργανισμό Fighting Impunity του Αντόνιο Παντσέρι, τονίζοντας πως είχε λάβει επίσημη έγκριση από την Ευρωπαϊκή Ένωση:
«Ρώτησα τότε “μπορώ και να πληρώνομαι;”. Και λένε “βεβαίως και μπορείτε να πληρώνεστε”. Και πήρα την άδεια. Εγώ συμμετείχα ως τιμητικό μέλος και έπαιρνα 5.000 ευρώ τον μήνα, τα οποία τα δήλωνα και φορολογούνταν στην Ελλάδα. Είναι δυνατόν να υπάρχει μίζα που φορολογείται;»
Στην προσφυγή του προς τον Άρειο Πάγο, ο κ. Αβραμόπουλος υποστηρίζει ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα στερείται νομιμότητας, καθώς δεν προσδιορίζει τον χρόνο, τον τόπο και τις συνθήκες τέλεσης των αδικημάτων που του αποδίδονται, ούτε ορίζει επαρκώς την εθνική δικαστική απόφαση στην οποία βασίστηκε η έκδοσή του.