Στις αρχές Ιουνίου οι ιεράρχες της Εκκλησίας έλαβαν μια αναπάντεχη προσφορά. Οχι από το Αγιο Πνεύμα, από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οι αποδοχές Αρχιεπισκόπου και μητροπολιτών διπλασιάστηκαν. Αύξηση 95%, που σημαίνει ότι ο νέος τους μισθός διαμορφώνεται στα 4.671 ευρώ μεικτά τον μήνα.
- Από τον Βασίλη Γαλούπη
Δηλαδή, πρακτικά, οι ανώτατοι εκκλησιαστικοί ιεράρχες θα είναι στο εξής σημαντικά πλουσιότεροι από το περίπου 90%-95% του ποιμνίου τους. Η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων στην Ελλάδα παλεύει να ζήσει με πολύ, πολύ λιγότερα.
Και μόνο αυτό το γεγονός θα έπρεπε να θορυβήσει τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο. Η πρόκληση για την κοινωνία είναι υπερβολικά μεγάλη. Τι σκέφτεται ο Ιερώνυμος γι’ αυτό σε σύγκριση με τις αποδοχές, π.χ., γιατρών, δασκάλων ή των ανθρώπων που δουλεύουν τρεις δουλειές μέσα στη μόνιμη ανασφάλεια, μπας και τα βγάλουν πέρα; Ακόμα χειρότερα, τι σκέφτεται άραγε ο Αρχιεπίσκοπος σε σχέση με το εισόδημα που δίνεται στις χήρες ή στα ορφανά παιδιά;
Μάλλον τίποτα. Αντιθέτως, σε όποιον κακοφάνηκε αυτή η αδικία, διαστρεβλώνει την αλήθεια: «Εγώ απορώ για τη διαστροφή όλου του πράγματος. Αυτά που έχει πάρει το κράτος από την Εκκλησία είναι απείρως απέραντα από αυτά που έλαβε. Ολα αυτά δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια» δήλωσε αυστηρά. Οταν βρίσκεσαι σε αμηχανία, η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα. Αλλωστε, το έχει πει και ο Ευαγγελιστής Λουκάς: «Δίνετε και θα σας δοθεί». Μόνο που ο Απόστολος μάλλον δεν εννοούσε το νταραβέρι του Ιερωνύμου με τον Μητσοτάκη.
Είναι άλλο πράγμα η αξιοπρεπής διαβίωση των μητροπολιτών ώστε να μην αγωνιούν για τα βασικά κι άλλο να κοιτάζουν να μεγιστοποιήσουν κάθε χρηματικό όφελος που τους γίνεται διαθέσιμο. Το προεκλογικό δώρο του πρωθυπουργού αποκλειστικά στους ανώτατους ιεράρχες, που εξισώνει τους μισθούς τους με αυτόν του γενικού γραμματέα υπουργείου, μπορεί μεν να είναι επιζήμιο για τη σχέση της Εκκλησίας με το ποίμνιο, που δεν ενθουσιάστηκε, αλλά δεν προβλημάτισε καθόλου τον Ιερώνυμο. Ικανοποιημένος ο Αρχιεπίσκοπος, έσπευσε να συναντηθεί με τον Μητσοτάκη στο σπίτι του στον Λυκαβηττό, σε ένα ιδιωτικό δείπνο χωρίς παρουσία άλλων συνεργατών. Σε εμπιστευτικό κλίμα συζήτησε με τον πρωθυπουργό ζητήματα αξιοποίησης των «φιλέτων» της εκκλησιαστικής περιουσίας.
Η βασική έννοια του Κυριάκου είναι να κερδίζει εκλογές. Και η Εκκλησία, ως πανίσχυρος προεκλογικός μηχανισμός, μπορεί, αν θέλει, να ευνοεί με τις θέσεις της πολιτικές ομάδες, ακόμα και κόμματα. Ο Αρχιεπίσκοπος ξέρει να το κάνει καλά. Αλλωστε, είναι πρακτικός άνθρωπος. Το 2022, για παράδειγμα, όταν τον πρωθυπουργό τον είχαν ζώσει προεκλογικά τα φίδια για πιθανή φθορά στα ποσοστά, συναντιόταν ιδιωτικά με τον Ιερώνυμο για «δούναι και λαβείν». Ο Μητσοτάκης καιγόταν για εκλογική στήριξη. Ο Ιερώνυμος ενδιαφερόταν για κάποια εκκλησιαστικά ακίνητα «φιλέτα», ιδίως σε Σχιστό και Βουλιαγμένη. Και για τη μονιμοποίηση 4.000 ιερέων.
Οι επενδυτές που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν και περιουσία της Εκκλησίας ενδιέφεραν πάντοτε τον Ιερώνυμο. «Αγιο του real estate» τον είχαν αποκαλέσει κάποτε ΜΜΕ. Περιορισμοί και αγκυλώσεις που μπαίνουν εμπόδιο σε πρότζεκτ θα μπορούσαν έξυπνα να παρακαμφθούν μέσα από ένα μοντέλο συνεργασίας και συνδιαχείρισης της εκκλησιαστικής περιουσίας με το κράτος. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία του Κυριάκου για εντατική εκμετάλλευση ακινήτων προς κέρδος διάφορων επενδυτών ταιριάζει, φαίνεται, και με την κοσμοθεωρία του Αρχιεπισκόπου.
Το σιγοντάρισμα Ιερωνύμου προς το κυβερνών κόμμα δεν είναι πάντοτε εύκολο. Κάποιες φορές έχει μεγάλη ανηφόρα η δουλειά. Για παράδειγμα, η στήριξη του Μητσοτάκη στο ζήτημα του γάμου των ομοφυλοφίλων άφησε έκθετο τον Ιερώνυμο. Ο Μητσοτάκης, με την προσωπική του τότε απόφαση να περάσει ένα νομοσχέδιο κόντρα στη συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας, κινδύνευε να χάσει το 1/3 των βουλευτών του. Τελικώς το πέρασε με τη στήριξη της αντιπολίτευσης και την έξτρα βοήθεια της αφωνίας του Ιερωνύμου. Ο Αρχιεπίσκοπος είχε βρεθεί τότε σε ιδιαιτέρως στριμωγμένη θέση.
Επειδή ο πυρήνας των Αρχών της θρησκείας είναι θεόπνευστος, αναλλοίωτος στον χρόνο κι όχι ελαστικός, ανάλογα με τις ατζέντες ανά εποχή, πολλοί ιεράρχες της Εκκλησίας τού ζητούσαν να πάρει σαφή θέση και τον κατηγορούσαν για υπερβολικά ήπια στάση. Τον είχαν αναγκάσει κιόλας να ζητήσει την έκτακτη σύγκληση της Ιεράς Συνόδου. Το ζήτημα για τον Αρχιεπίσκοπο ήταν θεμελιώδες. Θα έβγαινε μπροστά για να αποδείξει ότι όσα διδάσκει η Εκκλησία που ο ίδιος αντιπροσωπεύει ισχύουν διαχρονικά και χωρίς εκπτώσεις; Ή θα σιωπούσε επειδή έτσι βόλευε το πολιτικό βαρόμετρο της στιγμής;
Τελικά ο Ιερώνυμος «ήπιε το πικρό ποτήρι». Επέλεξε το δεύτερο, στηρίζοντας τον Μητσοτάκη με το υποκριτικό επιχείρημα ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να παρεμβαίνει στην πολιτική και κοιτάζει τα του οίκου της. Αποδέχθηκε παθητικά ακόμα και την εμπορευματοποίηση των αγέννητων παιδιών και την εκμετάλλευση φτωχών γυναικών, αφού η κυβέρνηση άνοιξε διάπλατα την μπίζνα της παρένθετης μητρότητας επιτρέποντας την ενοικίαση φτωχών γυναικών ως παρένθετων μητρών από τα ομόφυλα ζευγάρια. Κι ενώ η παρένθετη μητρότητα με αποζημίωση απαγορεύεται ακόμα και για ετερόφυλα ζευγάρια με ιατρικά αποδεδειγμένα προβλήματα υγείας στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης.
Αλλες φορές ο Ιερώνυμος είχε λόγο όχι μόνο πολιτικό αλλά καθαρά κομματικό. Το 2024, έναν μήνα πριν από τις ευρωεκλογές, στηλίτευσε αντιπολιτευόμενο πολιτικό με τρόπο που ξεκάθαρα ευνοούσε τον προεκλογικό αγώνα υπέρ Μητσοτάκη.