Tο «Μειδίαμα», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Γρηγορίου, θα παρουσιάζεται από τις 2 έως τις 23 Οκτωβρίου, κάθε Παρασκευή στις 9.15 μ.μ., στο Μικρό Θέατρο Κεραμεικού, Ευμολπιδών 13. Δύο γυναίκες, η Μαρία Πολυδούρη και η μητέρα του Κώστα Καρυωτάκη, Κατίγκω Σκάγιαννη, συναντιούνται πρώτη φορά επί σκηνής μετά την αυτοκτονία του. Στη προσπάθειά τους να διατηρήσουν τη μνήμη του ζωντανή αλλά κυρίως να επουλώσουν το προσωπικό τους τραύμα, επιχειρούν να ανιχνεύσουν τα κίνητρα που τον οδήγησαν στο τραγικό του τέλος.
Με αφορμή τον κοινό τους παρονομαστή, οι δύο γυναίκες φέρουν επί σκηνής τον δικό τους κόσμο, τη δική τους εποχή, η οποία δεν διαφέρει και τόσο από τη δική μας. Μέσα από δύο παράλληλους μονολόγους που άλλοτε αλληλοσυμπληρώνονται και άλλοτε αντικρούονται καταθέτουν τις προσωπικές τους αναμνήσεις και αντανακλούν μια εποχή διεκδικήσεων και ψευδαισθήσεων που στιγμάτισε με τρόπο ανεξίτηλο την ιδιοσυγκρασία τους. Η εποχή στην οποία έζησε και δημιούργησε o Καρυωτάκης (1920-1930), μολονότι απέχει φαινομενικώς από τη δική μας, χαρακτηρίζεται από τον ίδιο κοινωνικό αναβρασμό, την τάση αμφισβήτησης, τον διχασμό, το αδιέξοδο του ανθρώπου να πραγματοποιήσει τα όνειρά του χωρίς να μπορεί να αφομοιώσει τις κοινωνικές επιταγές που του επιβάλλει το περιβάλλον του.
Αυτό το ιδεολογικό περιεχόμενο καθιστά τη ποίηση και τη ζωή του Καρυωτάκη περισσότερο επίκαιρες από ποτέ και για τον λόγο αυτόν μπορεί να συνομιλήσει με τον σύγχρονο θεατή. Σε σημείωμά του ο σκηνοθέτης γράφει ότι «η παράσταση αυτή επιχειρεί να ψηλαφίσει το μετασεισμικό αποτύπωμα μιας μεγάλης απουσίας, προσεγγίζοντας την ιστορία μέσα από τα μάτια και τις ψυχές δύο γυναικών που επιβιώνουν από τον θάνατο του Καρυωτάκη. Μέσα από τη συνύπαρξή τους, το έργο ανιχνεύει την κοινωνική γυναικεία μορφή και την εξέλιξή της μέσα στον χρόνο: από τη μία πλευρά, η γυναίκα-μητέρα που ορίζεται από το προστατευτικό χρέος, το βουβό χαράκωμα και την παράδοση, και από την άλλη, η αντισυμβατική, χειραφετημένη γυναίκα που διεκδικεί τη φωνή της, την ισότητα, την εργασία και την προσωπική της επανάσταση».
Οπως επισημαίνει, «παρά τις ριζικές κοινωνικές τους διαφορές, αυτές οι δύο μορφές συναντιούνται και γεφυρώνονται σε μια κοινή, βαθιά ψυχική κατάσταση, έναν ενδιάμεσο, σχεδόν μεταφυσικό τόπο μνήμης και φθοράς, όπου ο πόνος της απώλειας, η ερημιά και η ανάγκη για σύνδεση τις ενώνουν κάτω από το ίδιο βάρος. Ετσι, ενσαρκώνουν απόλυτα την αλληγορία για τις “ξεχαρβαλωμένες κιθάρες” του ποιήματος, όσο κι αν εκείνος τις απωθούσε στο σκοτάδι του, εκείνες επέμεναν να κρατιούνται από μια εύθραυστη ελπίδα. Αυτή ακριβώς η τυφλή προσπάθεια να πλησιάσουν το φως του ήταν που τις διέβρωσε…» Ιδέα και σύλληψη κειμένου, Μαρίνα Κονδάκη, Ειρήνη Νιωτή. Δραματουργική επεξεργασία και επιμέλεια κειμένου, Ελευθερία Κόλλια. Μουσική επιμέλεια, πρωτότυπη μουσική σύνθεση, Νικολέτα Καρνέζη.
