Το δημογραφικό δεν είναι κοινωνικό πρόβλημα προς διαχείριση. Είναι σταδιακή απώλεια εθνικής ισχύος και απαιτεί κράτος αποφασισμένο να ανατρέψει την πορεία, όχι να προσαρμοστεί σε αυτήν
Του Δρ. Νικόλαου Γιαννόπουλου*
Υπάρχουν εθνικές κρίσεις που εκδηλώνονται απότομα. Το έχουμε δει στο παρελθόν. Μια στρατιωτική σύγκρουση, μια οικονομική κατάρρευση, μια μεγάλη φυσική καταστροφή. Υπάρχουν όμως και κρίσεις πιο ύπουλες, οι οποίες εξελίσσονται τόσο αργά ώστε η κοινωνία μαθαίνει να ζει μαζί τους. Κάθε χρόνο η κατάσταση χειροτερεύει λίγο, χωρίς ποτέ να ακούγεται ο συναγερμός που θα ακουγόταν αν η ίδια απώλεια συνέβαινε μέσα σε μία ημέρα.
Το δημογραφικό είναι ακριβώς μια τέτοια κρίση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 γεννήθηκαν στην Ελλάδα μόλις 65.594 παιδιά, 2.873 λιγότερα από το 2024. Η μείωση έφθασε το 4,2% μέσα σε έναν χρόνο και καταγράφηκε στις 12 από τις 13 Περιφέρειες της χώρας. Οι αριθμοί όμως δεν αποκαλύπτουν ολόκληρο το πρόβλημα.
Μια χώρα που γερνά και συρρικνώνεται δεν αντιμετωπίζει μόνο κοινωνική δυσκολία. Χάνει σταδιακά μέρος της εθνικής της ισχύος. Η ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται αποκλειστικά σε αεροσκάφη, φρεγάτες και ΑΕΠ. Στηρίζεται σε ανθρώπους, σε παραγωγικό πληθυσμό, σε εργαζομένους, σε επιστήμονες, σε στρατεύσιμους, σε οικογένειες που κατοικούν την περιφέρεια, σε νέους που δημιουργούν και παραμένουν στη χώρα.
Χωρίς αυτή την ανθρώπινη βάση, όλα τα υπόλοιπα γίνονται δυσκολότερα.
Ποιος θα στηρίζει το ασφαλιστικό σύστημα όταν η αναλογία ενεργού και μη ενεργού πληθυσμού επιδεινώνεται; Ποιος θα στελεχώνει τις Ένοπλες Δυνάμεις; Ποιος θα κρατήσει οικονομικά ενεργές τις μικρές πόλεις και τα χωριά; Και κυρίως, ποιος θα κατοικεί στα ακριτικά νησιά, στον Έβρο και στις περιοχές που ήδη χάνουν πληθυσμό;
Εδώ το δημογραφικό παύει να είναι ένας φάκελος κοινωνικής πολιτικής στο υπουργείο κάθε «Δόμνας» και γίνεται ζήτημα στρατηγικού βάθους. Μια κατοικημένη παραμεθόριος δεν έχει την ίδια στρατηγική αξία με μια παραμεθόριο που αδειάζει. Ένα νησί με νέες οικογένειες, σχολείο, γιατρό και οικονομική δραστηριότητα δεν είναι το ίδιο εθνικό μέγεθος με ένα νησί στο οποίο ο πληθυσμός γερνά, τα παιδιά λιγοστεύουν και οι υπηρεσίες αποσύρονται η μία μετά την άλλη.
Κι όμως, παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, η ελληνική Πολιτεία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το δημογραφικό περισσότερο ως πρόβλημα προς διαχείριση παρά ως εθνική κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Η κυβέρνηση θα απαντήσει ότι έχει λάβει μέτρα. Θα πει ότι έφτιαξε το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας. Θα υποστηρίξει ότι υπάρχει Εθνικό Σχέδιο Δράσης, επιδόματα γέννησης, στεγαστικά προγράμματα, υποστήριξη της μητρότητας, παιδικοί σταθμοί και δεκάδες άλλες δράσεις.
Δεν αμφισβητώ την ύπαρξη αυτών των παρεμβάσεων αλλά την επάρκειά τους ως εθνικής στρατηγικής. Γιατί μία στρατηγική δεν αξιολογείται από το πόσες δράσεις ανακοινώνονται, αλλά από το αν μεταβάλλει την πραγματικότητα για την οποία σχεδιάστηκε.
Και η πραγματικότητα συνεχίζει να επιδεινώνεται.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στη δραστηριότητα και στη στρατηγική. Μπορεί ένα κράτος να διαθέτει δεκάδες προγράμματα και παρ’ όλα αυτά να μην έχει μεταβάλει την κατεύθυνση των γεγονότων. Η αδιαφορία άλλωστε δεν εκδηλώνεται πάντοτε με απραξία. Μπορεί να εκδηλώνεται και ως απουσία αίσθησης επείγοντος.
Η κυβέρνηση έδειξε ότι αποδέχεται ως φυσιολογικό ότι κάθε χρόνο γεννιούνται λιγότερα παιδιά. Και το μόνο που κάνει είναι να συζητά το πρόβλημα σε συνέδρια. να παρουσιάζει νέες δράσεις και όταν οι επόμενοι αριθμοί είναι πάλι χειρότεροι, να ανακοινώνει ακόμη ένα πρόγραμμα.
Και πιστεύει ότι αυτό δεν αρκεί. Δεν μπορεί ή δεν θέλει να καταλάβει ότι το δημογραφικό απαιτεί σαφή εθνικό στόχο. Χρειάζεται ένα κράτος που να δηλώνει χωρίς αμφισημία ότι επιθυμεί περισσότερα παιδιά, περισσότερες νέες οικογένειες, ισχυρότερες πολύτεκνες και τρίτεκνες οικογένειες, επιστροφή νέων στην περιφέρεια και πραγματική δυνατότητα ενός ζευγαριού να δημιουργήσει οικογένεια χωρίς να αισθάνεται ότι διακινδυνεύει την οικονομική του επιβίωση.
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο οι πρόσφατες δηλώσεις της υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας προκαλούν εύλογο προβληματισμό.
Η Δόμνα Μιχαηλίδου, μιλώντας στο Most Powerful Women Summit, δήλωσε ότι «δεν υπάρχει η ελληνική οικογένεια του μέλλοντος». Εξήγησε ακόμη ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τυπικό μελλοντικό μοντέλο η οικογένεια με δύο γονείς και τρία παιδιά. Αργότερα μετά την κατακραυγή διευκρίνισε ότι το κράτος οφείλει να στηρίζει κάθε τύπο οικογένειας.
Αλλά το δημογραφικό θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα.
Μπορεί μια χώρα που αντιμετωπίζει σοβαρή δημογραφική συρρίκνωση να μην έχει συγκεκριμένο δημογραφικό πρότυπο προς ενθάρρυνση;
Η χώρα χρειάζεται πολύ περισσότερα από επιδόματα. Χρειάζεται να γίνει ξανά εφικτό το σχέδιο ζωής. Ένας νέος άνθρωπος δεν αποφασίζει αν θα αποκτήσει παιδιά μόνο από το ύψος ενός επιδόματος γέννησης. Το αποφασίζει κοιτάζοντας μπροστά.
Μπορεί να βρει σπίτι; Μπορεί να διατηρήσει αξιοπρεπή εργασία; Μπορεί να μεγαλώσει δύο ή τρία παιδιά χωρίς να καταρρεύσει οικονομικά; Αν ζει στην επαρχία, θα υπάρχει σχολείο, γιατρός και βασικές υπηρεσίες; Αν είναι γυναίκα, θα πληρώσει επαγγελματικά την απόφαση να γίνει μητέρα; Αυτά είναι τα πραγματικά δημογραφικά ερωτήματα.
Και γι’ αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να ανήκει αποκλειστικά σε ένα υπουργείο. Η στεγαστική πολιτική είναι δημογραφική πολιτική, ούτε η φορολογία, ούτε η εργασία. Η υγεία στην περιφέρεια είναι δημογραφική πολιτική. Η λειτουργία ενός σχολείου σε ένα απομακρυσμένο χωριό είναι επίσης δημογραφική πολιτική.
Ακόμη και η εθνική άμυνα έχει δημογραφική διάσταση.
Αν λοιπόν πράγματι θεωρούμε ότι αντιμετωπίζουμε εθνική κρίση, κάθε μεγάλη κυβερνητική πολιτική πρέπει να περνά και από ένα απλό φίλτρο. Βοηθά αυτή η απόφαση έναν νέο άνθρωπο να μείνει στην Ελλάδα, να δημιουργήσει οικογένεια και να αποκτήσει περισσότερα παιδιά; Αν όχι, τότε το δημογραφικό θα παραμένει ένας ωραίος τίτλος κυβερνητικών σχεδίων.
Γι’ αυτό οι προειδοποιήσεις του Αντώνη Σαμαρά αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή.
Στην ομιλία του στο Ηράκλειο τον Ιούνιο χαρακτήρισε τη δημογραφική κρίση «το πρώτο εθνικό μας πρόβλημα» και τη συνέδεσε άμεσα με την εγκατάλειψη της ελληνικής επαρχίας. Είπε ακόμη κάτι που περιγράφει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το πολιτικό πρόβλημα. Ότι δεν βλέπει το πολιτικό σύστημα να «καίγεται» για να κάνει κάτι.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, σχολιάζοντας τις δηλώσεις της Δόμνας Μιχαηλίδου, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι αντί να ενισχύει την παραδοσιακή οικογένεια σε μια περίοδο οξύτατου δημογραφικού προβλήματος, επιλέγει διαφορετικές προτεραιότητες.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τον πρώην Πρωθυπουργό αλλά το ερώτημα όμως παραμένει:
Θέλει η Ελλάδα πραγματικά να αναστρέψει τη δημογραφική της πορεία ή έχει αρχίσει να συμβιβάζεται με την ιδέα ότι θα γίνει μικρότερη, γηραιότερη και περισσότερο συγκεντρωμένη σε λίγα μεγάλα αστικά κέντρα;
Από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα κριθούν πολύ περισσότερα από την κοινωνική πολιτική μιας κυβέρνησης. Θα κριθεί η παραγωγική δυνατότητα της χώρας, η βιωσιμότητα του κοινωνικού κράτους και η επάνδρωση των Ενόπλων Δυνάμεων. Τελικά, θα κριθεί μέρος της ίδιας της εθνικής μας ισχύος.
Η αδράνεια δεν συγχωρείται και η Ελλάδα δεν χρειάζεται ένα κράτος που θα μάθει να διαχειρίζεται αποτελεσματικότερα τη συρρίκνωσή της.
Χρειάζεται ένα κράτος που θα αποφασίσει ότι δεν πρόκειται να συμβιβαστεί με αυτήν.
* Αντιστράτηγος ε.α. Ειδικών Δυνάμεων, Διδάκτωρ ΕΚΠΑ