Υπάρχουν στιγμές που η κρατική ανεπάρκεια παύει να μετριέται σε καθυστερήσεις, χαρτιά και αριθμούς πρωτοκόλλου, αλλά μετριέται σε παιδικά δάκρυα. Σε ένα παράθυρο με κάγκελα, σε δύο αστυνομικούς έξω από μια πόρτα και σε ένα 15χρονο παιδί που φωνάζει μέσα από έναν θάλαμο νοσοκομείου: «Θέλω να φύγω από ‘δω».
Αυτή είναι η πραγματικότητα που εκθέτει ανεπανόρθωτα ένα ολόκληρο σύστημα παιδικής προστασίας και απαιτεί απαντήσεις από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας και τη Δόμνα Μιχαηλίδου. Εδώ και περίπου 25 ημέρες, ένας ανήλικος παραμένει στο Γενικό Νοσοκομείο Μυτιλήνης «Βοστάνειο», κατόπιν εισαγγελικής εντολής, επειδή δεν έχει βρεθεί κατάλληλη δομή για να τον αναλάβει. 25 ημέρες. Για έναν ενήλικο μπορεί να είναι ένας αριθμός στο ημερολόγιο. Για ένα παιδί 15 ετών είναι ένα κομμάτι της ζωής του που δεν επιστρέφει. Και όλα αυτά ενώ το κράτος γνωρίζει την κατάσταση.
Όπως επεσήμανε στο dimokratia.gr ο δικηγόρος Νίκος Χωριατέλλης, ο 15χρονος βρισκόταν προηγουμένως σε δομή εκτός νησιού. Οι γονείς του τον πήραν από εκεί και αργότερα ήταν οι ίδιοι που απευθύνθηκαν εκ νέου στις εισαγγελικές Αρχές, ώστε το παιδί να απομακρυνθεί από το σπίτι. Έτσι φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση: το παιδί στο νοσοκομείο, οι υπηρεσίες να αναζητούν δομή και η γραφειοκρατία να καταπίνει ημέρα μετά την ημέρα την παιδική του ηλικία.
Ο Νίκος Χωριατέλλης καταγράφει σε ένα συγκλονιστικό κείμενο όσα αντικρίζει. Και ίσως η μεγαλύτερη δύναμη της παρέμβασής του βρίσκεται ακριβώς εκεί: πίσω από τις υπηρεσίες, τις εισαγγελικές παραγγελίες και τις «αρμοδιότητες», επαναφέρει στο κέντρο εκείνον που το σύστημα κινδυνεύει να μετατρέψει σε φάκελο.
«Υπάρχουν εικόνες που, όταν τις δεις, δεν δικαιούσαι πια να πεις ότι δεν ήξερες. Και υπάρχουν παιδιά που δεν χρειάζονται άλλη μία έκθεση, άλλη μία έκθεση, άλλη μια παραπομπή, άλλο ένα υπηρεσιακό έγγραφο. Χρειάζονται κάποιον να τα ακούσει. Τώρα. Ένα τέτοιο παιδί είναι ένας δεκαπεντάχρονος που εδώ και περίπου 25 ημέρες «φιλοξενείται» προσωρινά στο Γενικό Νοσοκομείο Μυτιλήνης «Βοστάνειο», μέχρι να βρεθεί κατάλληλη δομή για να τον υποδεχθεί.
Βάζω τη λέξη «φιλοξενείται» σε εισαγωγικά. Γιατί αυτό που συμβαίνει δεν μοιάζει με φιλοξενία. Το παιδί ανήκει τυπικά στην Παιδιατρική Κλινική. Στην πραγματικότητα βρίσκεται σε δωμάτιο της Α΄ Παθολογικής, επειδή, είναι το διαθέσιμο δωμάτιο του οποίου το παράθυρο διαθέτει προστατευτικά κάγκελα ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος να πέσει από αυτό. Ή ακριβέστερα, ώστε να μην μπορεί να πηδήξει έξω.
Ο μικρός δεν είναι κρατούμενος, το νοσοκομείο δεν είναι φυλακή. Οι συνθήκες της ιδιότυπης κράτησης του είναι παντελώς ακατάλληλες για ένα παιδί. Έξω από την πόρτα του, μέρα και νύχτα, δύο αστυνομικοί. Όχι παιδαγωγοί. Όχι ειδικοί θεραπευτές. Όχι άνθρωποι μιας εξειδικευμένης δομής ανηλίκων. Αστυνομικοί. Άνθρωποι που κάνουν ό,τι μπορούν. Που ξεροσταλιάζουν ολόκληρες μέρες και νύχτες σε δύο καθίσματα στον διάδρομο. Που έχουν οικογένειες, παιδιά, αδέλφια, φίλους. Που κλήθηκαν να εκτελέσουν μία υπηρεσία για την οποία δεν εκπαιδεύτηκαν και δεν μπορεί να απαιτείται από αυτούς να υποκαταστήσουν ειδικούς ψυχικής υγείας, παιδαγωγούς και κοινωνικούς λειτουργούς. Και απέναντί τους ένα παιδί που δεν καταλαβαίνει από «αρμοδιότητες», ούτε από διαδικασίες, ούτε από λίστες αναμονής. Καταλαβαίνει μόνο ότι δεν μπορεί να φύγει», αναφέρει στην παρέμβασή του ο δικηγόρος και συνεχίζει:
Ο μικρός αντιδράει και φωνάζει
Όπως είναι αναμενόμενο, ο έφηβος δεν θέλει να παραμείνει στο νοσοκομείο και αντιδράσει με άσχημο τρόπο. «Φωνάζει. Κλαίει. Ουρλιάζει, Σφαδάζει, Χτυπά, Χτυπιέται. Ξηλώνει ό,τι μπορεί να ξηλωθεί μέσα στο δωμάτιο. Άλλοτε εξαντλείται και σωπαίνει. Άλλοτε το πνιγηρό κλάμα του γεμίζει τον διάδρομο. Κάπως έτσι απευθύνει με τον μόνο τρόπο που διαθέτει ένα βουβό κάλεσμα σε όλους τους αρμόδιους και μη σε όλους τους ανθρώπους αυτού του κόσμου. ”Φωνάξτε τον γιατρό. Θέλω να φύγω από ‘δω”. Αυτό ακούγεται ξανά και ξανά. Και δίπλα του, στους άλλους θαλάμους της Παθολογικής, ηλικιωμένοι και βαριά ασθενείς κουβαλούν τον δικό τους σταυρό», επισημαίνει ο δικηγόρος και προσθέτει:
«Εκτός των άλλων η ιδιότυπη συνθήκη δημιουργεί σοβαρότατο ζήτημα λειτουργίας στην παθολογική κλινική. Το κλάμα, οι φωνές και τα χτυπήματα ενός παιδιού σε απόγνωση ξεσηκώνουν μια ολόκληρη κλινική. Γιατροί και νοσηλευτές προσπαθούν. Αστυνομικοί προσπαθούν. Κοινωνικοί λειτουργοί προσπαθούν. Όλοι βρίσκονται σε καθημερινή απόγνωση. Και όμως η κατάσταση παραμένει εκεί. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν προσπαθούν αρκετά. Το πρόβλημα είναι ότι τους ζητήσαμε να λύσουν μέσα σε έναν διάδρομο νοσοκομείου ένα πρόβλημα που όφειλε να έχει λύσει ένα οργανωμένο κοινωνικό κράτος».
Όπως τονίζει ο κ. Χωριατέλλης, το παιδί δεν είναι κρατούμενος και το νοσοκομείο δεν είναι φυλακή, ούτε δομή προστασίας ανηλίκων. «Κι ένα δωμάτιο νοσοκομείου δεν μετατρέπεται σε κατάλληλο χώρο για ένα παιδί απλώς επειδή υπάρχει μία εισαγγελική παραγγελία και επειδή δεν βρέθηκε κάτι καλύτερο. Η εισαγγελική παραγγελία εξηγεί γιατί οι εμπλεκόμενοι υπάλληλοι βρίσκονται εκεί και κάνουν το καθήκον τους. Δεν απαντά όμως στο ερώτημα αν αυτό που ζει το παιδί μπορεί να συνεχιστεί και για πόσο», υπογραμμίζει και συμπληρώνει:
«Μας λένε ότι αναζητείται κατάλληλη δομή. Ότι γίνονται προσπάθειες. Ότι γίνονται τηλεφωνήματα. Ότι εξετάζονται δυνατότητες. Δεν έχω κανέναν λόγο να αμφισβητήσω ότι άνθρωποι μέσα στις υπηρεσίες προσπαθούν πραγματικά και φιλότιμα. Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα που καμία υπηρεσιακή διαδικασία δεν μπορεί να εξαφανίσει: ΜΕΧΡΙ ΠΟΤΕ; Άλλη μία ημέρα; Μία εβδομάδα; Έναν μήνα; Μέχρι να αδειάσει κάπου ένα κρεβάτι; Μέχρι να ολοκληρωθεί ένας κύκλος εγγράφων; Ή μέχρι να συμβεί κάτι που μετά όλοι θα εξηγούμε γιατί «δεν μπορούσε να προβλεφθεί»; Γιατί υπάρχει πια και κάτι ακόμη πολύ σοβαρότερο. Το παιδί εκφράζει απελπισία και φόβο για την ίδια του τη ζωή. Και όταν ένα παιδί φτάνει σε αυτό το σημείο, οι λέξεις «αναμένουμε να βρεθεί θέση» παύουν να αποτελούν επαρκή απάντηση. Έχετε δει ποτέ ένα παιδί δεμένο χειροπόδαρα να περιορίζεται σωματικά «για το καλό του»; Υπάρχουν εικόνες που βάζουν τέλος στις αυταπάτες μας. Που στερούν την αθωότητα και το ανθρωπισμό σου μια για πάντα. Εικόνες που σε υποχρεώνουν να αναρωτηθείς πώς φτάσαμε ως εδώ. Όχι ποιος αστυνομικός φταίει. Όχι ποιος νοσηλευτής φταίει. Όχι ποιος κοινωνικός λειτουργός φταίει. Αλλά ποιο σύστημα έφτασε στο σημείο να μην έχει να προσφέρει σε ένα παιδί σε κρίση τίποτε καταλληλότερο από ένα δωμάτιο Παθολογικής, ένα παράθυρο με κάγκελα και δύο αστυνομικούς έξω από την πόρτα».
Τι θα κάνουμε σήμερα;
Στο πλαίσιο αυτό, ο δικηγόρος που βρίσκεται ανθρώπινα δίπλα στο παιδί -του πηγαίνει ακόμη και βιβλία για να διαβάσει- υπογραμμίζει την ανάγκη να βρεθεί άμεσα λύση.
«Σήμερα. Να βρεθεί επειγόντως ασφαλής, κατάλληλη και επιστημονικά στελεχωμένη λύση για το παιδί. Και μέχρι να βρεθεί, να υπάρξει άμεσα ειδικό σχέδιο φροντίδας και προστασίας, ώστε ένα παιδί σε κρίση να μην αντιμετωπίζεται στην πράξη σαν κρατούμενος επειδή το κράτος δεν διαθέτει αλλού χώρο να το προστατεύσει. Γιατί, αν γνωρίζουμε πλέον όλοι τι συμβαίνει και απλώς περιμένουμε, αύριο δεν θα μπορούμε να πούμε: «Δεν ξέραμε». Μικρέ μου φίλε, δεν ξέρω ακόμη αν μπορώ να κρατήσω την υπόσχεση που σου έδωσα. Ξέρω όμως κάτι. Δεν μπορώ να σε προσπεράσω κι απόψε. Και τώρα που έφτασες μέχρι εδώ, αναγνώστη, ούτε εσύ μπορείς να πεις ότι δεν ξέρεις. Υπάρχει κανείς εκεί έξω; Μας ακούει κανείς; Ποιος μπορεί να βοηθήσει αυτό το παιδί — σήμερα;», λέει, κλείνοντας την παρέμβασή του.
Η πραγματικότητα πίσω από τα υπουργικά γραφεία
Το κράτος γνωρίζει την ύπαρξη του παιδιού, η Δικαιοσύνη έχει παρέμβει. Το νοσοκομείο το κρατά. Γιατροί, νοσηλευτές, κοινωνικοί λειτουργοί και αστυνομικοί προσπαθούν. Εκείνο που εξακολουθεί να λείπει είναι το αυτονόητο: ένας κατάλληλος χώρος για να ζήσει και να υποστηριχθεί ένα 15χρονο παιδί.
Εάν το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας θέλει πράγματι να δικαιολογεί τον τίτλο του, αυτή είναι ακριβώς η στιγμή που πρέπει να το αποδείξει. Όχι με δελτία Τύπου και με το γνωστό γαϊτανάκι μεταβίβασης της ευθύνης από υπηρεσία σε υπηρεσία, αλλά με αποτέλεσμα.
Η Δόμνα Μιχαηλίδου οφείλει να απαντήσει πώς γίνεται, το 2026, ένα παιδί που βρίσκεται υπό την προστασία της Πολιτείας να καταλήγει επί εβδομάδες σε δωμάτιο Παθολογικής επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμη κατάλληλη θέση. Και μαζί με αυτή την απάντηση απαιτούνται αριθμοί: πόσα παιδιά παραμένουν σήμερα σε νοσοκομεία περιμένοντας να τοποθετηθούν σε δομές; Πόσο καιρό περιμένουν; Πόσες θέσεις λείπουν από το σύστημα;
Δεν μπορεί το νοσοκομειακό κρεβάτι να αποτελεί το τελευταίο «μπάλωμα» κάθε φορά που το σύστημα παιδικής προστασίας φτάνει σε αδιέξοδο. Το νοσοκομείο θεραπεύει. Δεν μεγαλώνει παιδιά. Η Αστυνομία προστατεύει τη δημόσια ασφάλεια. Δεν υποκαθιστά παιδαγωγούς και εξειδικευμένους επιστήμονες. Και μια εισαγγελική εντολή μπορεί να εξασφαλίσει προσωρινά ότι ένας ανήλικος δεν θα αφεθεί απροστάτευτος, δεν μπορεί όμως να δημιουργήσει ως διά μαγείας τη δομή που το κράτος όφειλε ήδη να διαθέτει.
