Ο Θωμαδάκης βρισκόταν στο τιμόνι της Επιτροπής από το 1996 έως το 2004, δηλαδή ακριβώς στην περίοδο κατά την οποία η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά γνώρισε τη μεγαλύτερη έκρηξη της σύγχρονης Ιστορίας της και, αμέσως μετά, μία από τις πιο οδυνηρές καταρρεύσεις της. Η επιστροφή του σήμερα στον ίδιο θεσμό είναι μια αφορμή για να θυμηθούμε τι συνέβη τότε και κυρίως τι δεν λειτούργησε σωστά.
Οταν η Ελλάδα πίστεψε ότι έγινε πλούσια
Στις 17 Σεπτεμβρίου 1999 ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών έκλεισε στις 6.355,04 μονάδες, το ιστορικό υψηλό της αγοράς. Η κεφαλαιοποίηση του χρηματιστηρίου είχε εκτοξευτεί σε επίπεδα περίπου 217 δισ. ευρώ, ενώ οι κωδικοί των επενδυτών είχαν ξεπεράσει το 1,5 εκατ.
Η άνοδος δεν ήταν ένα στιγμιαίο φαινόμενο. Από τον Δεκέμβριο του 1996 έως τον Σεπτέμβριο του 1999 ο Γενικός Δείκτης είχε αυξηθεί κατά περίπου 632%. Η αντιστροφή ήταν εξίσου βίαιη: μέσα σε λίγες ημέρες τον Σεπτέμβριο του 1999 η αγορά άρχισε να καταρρέει, ανοίγοντας έναν πολυετή κύκλο απωλειών.
Το πρόβλημα δεν ήταν απλώς ότι οι τιμές έπεσαν. Οι τιμές μπορούν να πέσουν και χωρίς να υπάρχει εποπτική αποτυχία. Το ερώτημα είναι τι έκανε μια εποπτική Αρχή όταν η αγορά είχε ήδη μετατραπεί σε μαζικό κοινωνικό φαινόμενο, όταν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες έμπαιναν στη Σοφοκλέους και όταν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι πολλές αποτιμήσεις δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν από τα θεμελιώδη οικονομικά δεδομένα.
Η εκ των υστέρων εποπτεία
Κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσιμης περιόδου το θεσμικό πλαίσιο αποδείχθηκε, εκ του αποτελέσματος, πορώδες και οι εποπτικοί μηχανισμοί ανεπαρκείς.
– Αδυναμία πρόληψης: Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απέτυχε να συγκρατήσει τις τεχνητές αποτιμήσεις «μετοχών φουσκών», τις πλασματικές αυξήσεις όγκου μέσω κυκλικών και εικονικών συναλλαγών (wash sales), τη χρήση εξωχώριων εταιρειών από μεγαλομετόχους, καθώς και τις παραπλανητικές ανακοινώσεις εισηγμένων εταιρειών.
– Καθυστερημένα διορθωτικά μέτρα: Οι αυστηρότερες ρυθμίσεις, το καθεστώς επιτήρησης και οι αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των τιμών θεσπίστηκαν το τρίτο τρίμηνο του 1999, δηλαδή αφού η αγορά είχε ήδη φτάσει στο απόγειό της και είχε αρχίσει η κατάρρευση, αφήνοντας απροστάτευτους πάνω από 1,5 εκατ. μικροεπενδυτές.
– Καθυστερημένες συστάσεις: Ο ίδιος ο πρόεδρος της Επιτροπής απηύθυνε δημόσιες συστάσεις προσοχής στους μικροεπενδυτές με χαρακτηριστική καθυστέρηση, γεγονός που επικρίθηκε εντόνως από τον Τύπο της εποχής.
– Η παραδοχή του 2004: Σε συνέντευξή του το 2004 ο Σταύρος Θωμαδάκης αναγνώρισε ότι το 1999 υπήρχε «έλλειμμα διαφάνειας» και ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν ήταν ακόμη έτοιμη να αντιμετωπίσει την εκρηκτική αύξηση των συναλλαγών.
Και μπορεί μεν οι δικαστικές διαδικασίες να οδήγησαν, έπειτα από χρόνια, σε απαλλαγή ή αθώωση των κατηγορουμένων, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν διαγράφει το ερώτημα της εποπτικής ευθύνης.
Η κυβερνητική ευθύνη
Η ανεπάρκεια της εποπτικής Αρχής λειτούργησε παράλληλα με τη συστηματική πολιτική εκμετάλλευση της αγοράς από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, υπό τον πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη και τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας Γιάννο Παπαντωνίου.
– Προβολή του Χρηματιστηρίου: Η άνοδος του Γενικού Δείκτη παρουσιάστηκε ως το κατ’ εξοχήν πειστήριο της «ισχυρής οικονομίας» και της επιτυχούς πορείας προς την Ευρωζώνη. Χαρακτηριστική ήταν η προεκλογική αφίσα του ΠΑΣΟΚ για τις ευρωεκλογές του Ιουνίου 1999 με το σύνθημα «Σήμερα 1.000.000 επενδυτές ξέρουν ότι οι μετοχές τους έχουν αξία».
– Καθησυχαστικές δηλώσεις: Τον Ιούλιο του 1999 ο Γιάννος Παπαντωνίου δήλωνε ότι «το Χρηματιστήριο και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λειτουργούν άψογα». Ακόμα και μετά την έναρξη της πτώσης, ο Κώστας Σημίτης διαβεβαίωνε τον Οκτώβριο του 1999 ότι η κατάσταση θα ομαλοποιηθεί μέσα σε «ένα δύο 24ωρα».
– Προεκλογικός εγκλωβισμός: Τον Απρίλιο του 2000, λίγο πριν από τις εθνικές εκλογές, ο Γ. Παπαντωνίου ισχυριζόταν ότι η περίοδος «νευρικότητας» στην αγορά είχε ημερομηνία λήξης την 9η Απριλίου, δηλαδή την ημέρα των εκλογών.
– Τεχνητή στήριξη μέσω ΔΕΚΑ: Για τη συγκράτηση των τιμών, εν όψει των εκλογών του 2000, η Δημόσια Επιχείρηση Κινητών Αξιών (ΔΕΚΑ) πραγματοποίησε εκτεταμένες αγορές μετοχών ύψους 1,144 δισ. ευρώ, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και κεφάλαια ασφαλιστικών ταμείων, προκαλώντας έντονη πολιτική κριτική για τεχνητή στήριξη της αγοράς.
– Μετάθεση ευθυνών: Μετά την οριστική κατάρρευση, η κυβερνητική πλειοψηφία απέρριψε τα επανειλημμένα αιτήματα της αντιπολίτευσης για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής στη Βουλή, αποδίδοντας την πτώση σε διεθνείς διορθώσεις και στην ατομική κερδοσκοπία των μικροεπενδυτών.
Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι η χρηματιστηριακή φούσκα του 1999 δεν υπήρξε ένα τυχαίο οικονομικό συμβάν, αλλά το αποτέλεσμα μιας επικίνδυνης σύγκλισης: από τη μία πλευρά, μιας πολιτικής ηγεσίας που ενεθάρρυνε τον επενδυτικό εγκλωβισμό των πολιτών, για να καρπωθεί πολιτικά οφέλη, και από την άλλη, μιας εποπτικής Αρχής, υπό τον Σταύρο Θωμαδάκη, που, παρά τις προειδοποιήσεις, αντέδρασε εκ των υστέρων και αποδείχθηκε αδύναμη να λειτουργήσει ως προληπτική ασπίδα προστασίας για το επενδυτικό κοινό.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (18 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)
ΠΗΓΗ dealnews.gr

