Στη εξάρθρωση πολυμελούς εγκληματικής οργάνωσης, που διακινούσε μεταχειρισμένες συσκευές κινητών τηλεφώνων ως καινούργιες προχώρησαν οι ευρωπαϊκές αρχές, αποτρέποντας περαιτέρω οικονομική απάτη, που ξεπερνά τα 300 εκατομμύρια ευρώ για τους Ευρωπαίους πολίτες και τα 30 εκατομμύρια ευρώ σε διαφυγόντα έσοδα ΦΠΑ.
Η γιγαντιαία συντονισμένη επιχείρηση, με τη διεθνή ονομασία «Troja», πραγματοποιήθηκε υπό την καθοδήγηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) από την Κολωνία, με τη συνδρομή αστυνομικών, τελωνειακών και φορολογικών δυνάμεων από 19 κράτη.
Στο πλαίσιο των ερευνών, δύναμη 1.770 στελεχών διενήργησε περισσότερες από 160 εφόδους και κατασχέσεις σε ένα ευρύ δίκτυο χωρών, μεταξύ των οποίων η Κύπρος, η Αυστρία, η Γερμανία, η Ισπανία, η Ολλανδία και η Ελβετία. Η συντονισμένη δράση κατέληξε στη σύλληψη επτά κομβικών προσώπων σε γερμανικό, αυστριακό και ισπανικό έδαφος, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και οι δύο φερόμενοι ως αρχηγοί του κυκλώματος.
Όπως αποδείχθηκε από τη διερεύνηση της υπόθεσης, τα μέλη του δικτύου εισήγαγαν μεταχειρισμένα εξαρτήματα από το Χονγκ Κονγκ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία χρησιμοποίησαν για τη συναρμολόγηση συσκευών. Αφού υπέβαλλαν τα κινητά σε αισθητική αποκατάσταση και νέα συσκευασία ώστε να προσομοιάζουν με ολοκαίνουργια, τα διοχέτευαν αρχικά στην Ολλανδία.
Στη συνέχεια, τα προϊόντα αποθηκεύονταν σε εγκαταστάσεις στη Γερμανία και διατίθεντο προς πώληση μέσω δημοφιλών πλατφορμών ηλεκτρονικού εμπορίου σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εκτιμήσεις των αρχών ανεβάζουν τον αριθμό των παραπλανητικών πωλήσεων σε περισσότερες από μία εκατομμύριο συσκευές.
Πέραν της εξαπάτησης των καταναλωτών, η οργάνωση εφάρμοζε συστηματική φοροδιαφυγή. Χρησιμοποιώντας εταιρείες-προκάλυμμα σε κράτη όπως η Βουλγαρία, η Αυστρία, η Γερμανία, η Ελβετία και η Ολλανδία, καταχράστηκε το ειδικό καθεστώς φορολόγησης περιθωρίου κέρδους (margin taxation scheme).
Το συγκεκριμένο φορολογικό πλαίσιο επιτρέπει την απόδοση ΦΠΑ αποκλειστικά επί της διαφοράς μεταξύ τιμής αγοράς και πώλησης, ισχύει όμως αυστηρά για μεταχειρισμένα εμπορεύματα των οποίων ο φόρος έχει ήδη καταβληθεί στην αρχική αγορά. Εφόσον οι συσκευές διοχετεύονταν στην αγορά ως καινούργιες, η καταβολή του ΦΠΑ όφειλε να υπολογίζεται επί της συνολικής αξίας κάθε πώλησης, στερώντας σημαντικά έσοδα από τα δημόσια ταμεία των εμπλεκόμενων κρατών.
Το κουβάρι της υπόθεσης άρχισε να ξετυλίγεται ύστερα από σχετική αναφορά που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF). Για την ολοκλήρωση της επιχείρησης απαιτήθηκε η στενή συνεργασία της Europol, της Eurojust, καθώς και των κατά τόπους αρμόδιων εθνικών αρχών.
