Στην τελική της φάση εισέρχεται η δίκη για τον θάνατο του Ντιέγκο Μαραντόνα, με τους κατηγορούμενους να μεταθέτουν μεταξύ τους την ευθύνη για την περίθαλψη που έλαβε ο Αργεντινός σε όλη τη διάρκεια της κατ’ οίκον νοσηλείας του, η οποία αποδείχθηκε μοιραία. Οι τελικές αγορεύσεις θα ξεκινήσουν στις 8 Οκτωβρίου και θα ολοκληρωθούν σε έξι συνεδριάσεις έως τις 22 του ίδιου μήνα.
Από τον Απρίλιο, στο Σαν Ισίδρο, κοντά στο Μπουένος Άιρες, στο εδώλιο κάθονται επτά επαγγελματίες υγείας: ένας ιατρός, ένας ψυχίατρος, ένας ψυχολόγος και νοσηλευτές. Κατηγορούνται για πιθανή αμέλεια κατά την περίοδο ανάρρωσης του πρώην αστέρα του ποδοσφαίρου.
Ο Μαραντόνα ανάρρωνε σε οικία στο Τίγκρε της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, έπειτα από νευροχειρουργική επέμβαση. Το 2020, σε ηλικία 60 ετών, κατέληξε από καρδιοαναπνευστική ανακοπή και πνευμονικό οίδημα.
Η ιατρική συντονίστρια Νάνσι Φορλίνι, η οποία κατηγορείται ότι δεν εξασφάλισε τον απαραίτητο εξοπλισμό και το αναγκαίο προσωπικό, απέρριψε τις κατηγορίες εις βάρος της. «Πώς θα μπορούσα να παραλείψω κάτι που δεν μου ζητήθηκε να κάνω;» διερωτήθηκε.
Υποστήριξε ότι την ευθύνη φέρουν ο νευροχειρουργός Λεοπόλντο Λούκε και η ψυχίατρος Αγκουστίνα Κοσάτσοφ, οι οποίοι διώκονται επίσης στην ίδια υπόθεση. Όπως κατέθεσε, οι δύο τους «είχαν όλη την εξουσία» και οι αποφάσεις περνούσαν από τα χέρια τους.
Ο Λούκε, από την πλευρά του, επέστρεψε την ευθύνη στην κ. Φορλίνι. Ανέφερε ότι περιορίστηκε στη νευροχειρουργική παρακολούθηση και ότι δεν ήταν ο θεράπων ιατρός.
Αντίστοιχη γραμμή υπεράσπισης ακολούθησε και ο Πέδρο Ντι Σπάνια. Αρνήθηκε ότι είχε τον ρόλο του υπεύθυνου κλινικού ιατρού και υποστήριξε ότι δεν κατάφερε να δει τον ασθενή στις δύο τελευταίες επισκέψεις του. «Ήμουν απογοητευμένος που δεν μπορούσα να κάνω τη δουλειά μου, αλλά μου είπαν να φύγω», δήλωσε στο δικαστήριο.
Παρά τις διαφορετικές γραμμές άμυνας που ακολουθούν, όλοι οι κατηγορούμενοι διατυπώνουν αξιώσεις αθώωσης. Σε περίπτωση καταδίκης, αντιμετωπίζουν ποινή φυλάκισης έως και 25 ετών.
