Χρησιμοποιώντας ακόμη μία φορά την ενέργεια ως όπλο, ο Ντόναλντ Τραμπ αυτή τη φορά βάζει στο στόχαστρο τους ίδιους τους συμμάχους του!
Με το δάχτυλο στη σκανδάλη μιας ενδεχόμενης απαγόρευσης των αμερικανικών εξαγωγών πετρελαίου κίνησης, ο Αμερικανός πρόεδρος εκβιάζει ανοιχτά την Ευρώπη. Απαιτεί ουσιαστικά από τους Ευρωπαίους να καλύψουν το κόστος της δικής του πολιτικής επιβίωσης εν όψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με αποκαλύψεις των Politico και Reuters, η αμερικανική διοίκηση διεμήνυσε στο Βερολίνο, στο Παρίσι και στις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι οφείλουν να αποδεσμεύσουν άμεσα έκτακτες ποσότητες καυσίμων. Η πρόταση, την οποία διακινεί ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ, αξιώνει τη διοχέτευση 120.000.000 βαρελιών diesel από τα ευρωπαϊκά στρατηγικά αποθέματα στην αγορά εντός 180 ημερών.
Πρόκειται για μια τεράστια ποσότητα που ξεπερνά το ένα τρίτο των συνολικών αποθεμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα οποία, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ανέρχονταν σε 315.000.000 βαρέλια τον Ιούνιο. Το κίνητρο της Ουάσινγκτον, βέβαια, είναι αμιγώς πολιτικό. Η αλματώδης αύξηση των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ απειλεί να καταφέρει βαρύ πλήγμα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα τον επόμενο μήνα εν όψει εκλογών. Ο ίδιος ο Τραμπ επιβεβαίωσε δημόσια ότι εξετάζει καθημερινά το ενδεχόμενο απαγόρευσης των εξαγωγών, χρησιμοποιώντας την πιθανότητα αυτή ως μέσο πίεσης. Την ίδια στιγμή, ανάλυση του AFP καταγράφει νέο ιστορικό ρεκόρ στη μέση τιμή του diesel εντός της Ε.Ε., υπογραμμίζοντας το βαθύ αδιέξοδο στο οποίο περιέρχεται η γηραιά ήπειρος.
Η Ευρώπη, ήδη ευάλωτη μετά τη διακοπή των εισαγωγών από τη Ρωσία και τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην εξάντληση των αποθεμάτων της και σε ένα καταστροφικό αμερικανικό εμπάργκο. Σε έκτακτη τηλεδιάσκεψη την Πέμπτη, εκπρόσωποι της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Βρετανίας, της Ιταλίας, της Ιρλανδίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συμφώνησαν να τηρήσουν κοινή στάση. Οπως αναφέρει το Politico, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιδιώκουν να παραπέμψουν το ζήτημα στον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, προσπαθώντας να εκτονώσουν την ένταση και να διαχειριστούν την πίεση της Ουάσινγκτον, χωρίς να διακινδυνεύσουν την ίδια την ενεργειακή τους ασφάλεια.
