Ακόμα 2,5 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν στην πρόωρη αποπληρωμή χρέους προς το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), ανεβάζοντας στα 12,84 δισ. ευρώ το συνολικό ποσό που έχει προγραμματιστεί να διατεθεί μέσα στο 2026 για ταχύτερη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Η αποπληρωμή χρηματοδοτήθηκε από έσοδα που προέκυψαν από την επανιδιωτικοποίηση των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες είχαν στηριχτεί τα προηγούμενα χρόνια μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ). Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλο του ελληνικού κράτους, καθώς μετά την αποχώρηση του ΤΧΣ από τις τράπεζες το Δημόσιο έχει καταγράψει τεράστιες ζημίες που αγγίζουν τα 40 δισ. ευρώ, καθώς από την πώληση των μετοχών που είχε στα χέρια του επέστρεψε ένα πολύ μικρό ποσό σε σχέση με τα τεράστια κονδύλια που διοχετεύτηκαν στις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών τα χρόνια των Μνημονίων για τη διάσωσή τους.
Υπενθυμίζεται ότι στις αρχές Σεπτεμβρίου η ελληνική πλευρά είχε ενημερώσει επίσημα τον EFSF και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) ότι η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας (ΕΕΣΥΠ – μετά τη συγχώνευσή της με το ΤΧΣ) διέθετε διαθέσιμα έσοδα ύψους περίπου 4 δισ. ευρώ από τις διαδικασίες ανακεφαλαιοποίησης.
Δεδομένου ότι ο EFSF και ο ESM διαθέτουν συμβατικά δικαιώματα αποπληρωμής επί των εν λόγω εσόδων, ο EFSF άσκησε το δικαίωμά του για το ποσό των 2,5 δισ. ευρώ. Η επιλογή επικεντρώθηκε στον EFSF διότι το κόστος των δανείων του είναι υψηλότερο σε σύγκριση με τα δάνεια του ESM, ενώ οι δύο θεσμοί διατηρούν πλήρως τα δικαιώματά τους επί του εναπομείναντος υπολοίπου.
Οπως έχει εξηγήσει ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, για κάθε 1 δισ. ευρώ πρόωρης αποπληρωμής η χώρα κερδίζει περίπου 30 εκατ. ευρώ σε τόκους τον χρόνο, διευκρινίζοντας ότι από την πρόωρη αποπληρωμή των 12,8 δισεκατομμυρίων ευρώ το Ελληνικό Δημόσιο εξοικονομεί 370 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο.
Με βάση τον σχεδιασμό που έχει ανακοινωθεί από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέος (ΟΔΔΗΧ), οι συνολικές πρόωρες εξοφλήσεις μέσα στο 2026 αναμένεται να φτάσουν τα 12,84 δισ. ευρώ, με την κυβέρνηση να επιμένει στην επίτευξη τεράστιων και αχρείαστων πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία, αντί να τα διαθέσει για τη στήριξη των πολιτών και των επιχειρήσεων έναντι της σαρωτικής ακρίβειας, προτιμά να αποπληρώνει πρόωρα τους δανειστές.
Μειώσεις φορολογικών επιβαρύνσεων, παρεμβάσεις στο ενεργειακό κόστος και ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος θα μπορούσαν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα στην καθημερινότητα των πολιτών και να λειτουργήσουν ως αντίβαρο στην ακρίβεια. Αντίθετα, η δημιουργία διαρκών υπερπλεονασμάτων περιορίζει το περιθώριο για ουσιαστικότερη στήριξη της κατανάλωσης και της αγοράς.


