Ολο το παρασκήνιο του «Κίμπερλι-gate»
Πώς η ωμή καρατόμηση σε ζωντανή μετάδοση της πρώην πρέσβειρας των ΗΠΑ στη χώρα άνοιξε τα στόματα. Στο μικροσκόπιο του γενικού επιθεωρητή του αμερικανικού υπ. Εξωτερικών ο πολυτελής βίος της
Η κατάρρευση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από τον διπλωματικό θώκο των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα συνιστά μία από τις πιο θεαματικές, απότομες και επεισοδιακές πτώσεις στη σύγχρονη αμερικανική πολιτική ιστορία. Εκείνη που κάποτε περιδιάβαινε τις δεξιώσεις της ελληνικής πρωτεύουσας ως οιονεί μέλος της οικογένειας Τραμπ και άτυπη υπερδύναμη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, βρέθηκε μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα έκθετη, πολιτικά απομονωμένη και στο στόχαστρο σαρωτικών ερευνών.
Η παραίτησή της, η οποία ουσιαστικά αποτέλεσε μια ωμή καρατόμηση σε ζωντανή μετάδοση, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για μια άνευ προηγουμένου χιονοστιβάδα εξευτελιστικών αποκαλύψεων.
Τις ημέρες που προηγήθηκαν της αποπομπής της η ατμόσφαιρα στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα μύριζε μπαρούτι. Καθώς τα αποκαλυπτικά δημοσιεύματα της «Wall Street Journal» άρχισαν να διαδέχονται το ένα το άλλο, η Γκίλφοϊλ επιδόθηκε σε έναν απεγνωσμένο αγώνα επιβίωσης. Κλεισμένη στο Jefferson House, την επίσημη κατοικία την οποία είχε διακοσμήσει με γιγάντια πορτρέτα του εαυτού της, παρακολουθούσε στην τηλεόραση, με κλειστή τη φωνή, την πολιτική της αποδόμηση, υποπτευόμενη τους πάντες γύρω της, από το προσωπικό της πρεσβείας μέχρι την ομάδα ασφαλείας της για τις διαρροές.
Ακεραιότητα
Οταν το σκάνδαλο άγγιξε τον πυρήνα της προσωπικής της ακεραιότητας, με τη δημοσιοποίηση γραπτών μηνυμάτων που έδειχναν ότι είχε ζητήσει 100.000 δολάρια από τον μεγαλοδωρητή των Ρεπουμπλικάνων Ερικ Ντίτερς για να αποπληρώσει την πιστωτική της κάρτα λίγο πριν από την ακρόαση επικύρωσής της από τη Γερουσία, η Γκίλφοϊλ κατέφυγε σε μια ακραία υπερασπιστική γραμμή: ισχυρίστηκε σε αξιωματούχους του Λευκού Οίκου ότι τα επίμαχα μηνύματα ήταν κατασκευασμένα από Τεχνητή Νοημοσύνη (AI-generated).
Ο ισχυρισμός αυτός όχι μόνο δεν έπεισε κανέναν, αλλά επιδείνωσε τη θέση της, προκαλώντας τον εκνευρισμό των συμβούλων του προέδρου Τραμπ, οι οποίοι ανησυχούσαν για τις επιπτώσεις των σκανδάλων εν όψει των επερχόμενων ενδιάμεσων εκλογών. Η απελπισία της την οδήγησε μέχρι και στο σημείο να τηλεφωνήσει στον επικεφαλής του συντηρητικού δικτύου Breitbart News, σε μια μάταιη προσπάθεια να ασκήσει πιέσεις υπέρ της.
Η απόφαση για το τέλος της ελήφθη χωρίς καν να της δοθεί η ευκαιρία μιας προσωπικής συνομιλίας με τον Αμερικανό πρόεδρο. Η επεισοδιακή της αποχώρηση ανακοινώθηκε ψυχρά και διαδικαστικά από τη νέα εκπρόσωπο Τύπου του Λευκού Οίκου Κέιτι Ζακαράια, κατά τη διάρκεια μιας εξαιρετικά σύντομης, 14λεπτης ενημέρωσης των δημοσιογράφων. Η οποία Ζακαράια, σημειωτέον, απελύθη από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η οδηγία του Τραμπ ήταν σαφής: η Γκίλφοϊλ έπρεπε να τελειώσει αμέσως, καθώς η παραμονή της σκίαζε την περιοδεία του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα. Το πραγματικό, ωστόσο, «άδειασμα» ήρθε από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επέλεξε να συνθλίψει πλήρως την άλλοτε ισχυρή επιρροή της. Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο πρόεδρος διέγραψε μονοκοντυλιά το παρελθόν της ως αρραβωνιαστικιάς του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ.
«Δεν ήταν μέλος της οικογένειάς μου. Υποθέτω ότι έβγαινε με τον γιο μου πριν από πολύ καιρό» δήλωσε χαρακτηριστικά, υποβαθμίζοντας τον ρόλο της. Οταν ρωτήθηκε από το δίκτυο Newsmax αν θα εξέταζε το ενδεχόμενο να της απονείμει προεδρική χάρη για ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα, η απάντησή του ήταν απόλυτη: «Δεν θέλω καν να το σκέφτομαι αυτό. Είμαι απογοητευμένος από όσα διάβασα. Δεν της έχω μιλήσει». Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: η Γκίλφοϊλ δεν είχε πλέον καμία προστασία από τον Λευκό Οίκο.
Μέσα στην ίδια την πρεσβεία το προσωπικό έκανε λόγο για έναν «βίαιο αποκεφαλισμό» της διπλωματικής αποστολής, μην κρύβοντας ωστόσο τη βαθιά του ανακούφιση. Εργαζόμενοι την περιέγραψαν ως ένα άτομο «απαίσιο και κακότροπο», που συμπεριφερόταν με αλαζονεία και υποτιμούσε συστηματικά τους έμπειρους διπλωμάτες καριέρας.
Ο διασυρμός έλαβε και πιο κοσμικές διαστάσεις, καθώς ελληνικές τηλεοπτικές εκπομπές αποκάλυψαν παρασκηνιακές φήμες ότι η πρώην πρέσβειρα αναχωρεί αφήνοντας πίσω της σοβαρά οικονομικά «φέσια». Ρεπορτάζ ανέφεραν ότι αποχωρεί από τη χώρα «πιστολιάζοντας» λογαριασμούς που αφορούσαν την πολυτελή της διαβίωση, τα πολυάριθμα ρούχα, τις υπηρεσίες ομορφιάς και τα «λούσα» της, σκιαγραφώντας το προφίλ μιας γυναίκας που ζούσε πολύ πάνω από τις δυνατότητες που της εξασφάλιζε ο μισθός του αμερικανικού δημοσίου.
Με την ασυλία της πρέσβειρας και την προστασία του Τραμπ να έχουν εξανεμιστεί, η Γκίλφοϊλ βρίσκεται πλέον στο στόχαστρο των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, οι οποίοι δεσμεύονται να αρχίσουν σαρωτικές έρευνες σε περίπτωση που ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής ή της Γερουσίας, εκδίδοντας κλητεύσεις (subpoenas) για τα πεπραγμένα της. Η υποψία ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική και η διπλωματική επιρροή μετατράπηκαν σε όχημα για προσωπικά ανταλλάγματα και πώληση πρόσβασης σε ανώτατα κλιμάκια εξουσίας αποτελεί το βασικό αντικείμενο αυτών των ερευνών.
Μέσα σε αυτό το απόλυτο αδιέξοδο, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ δηλώνει αποφασισμένη να υπερασπιστεί «σθεναρά» το όνομά της απέναντι σε αυτό που αποκαλεί «ψευδείς κατηγορίες». Με την επιστροφή της στις Ηνωμένες Πολιτείες να φαντάζει εφιάλτης, διεθνή μέσα ενημέρωσης, επικαλούμενα πηγές από το περιβάλλον της, αναφέρουν πως το νέο της σχέδιο είναι να παραμείνει στην Ευρώπη. Ο τελικός της στόχος, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, είναι να αναζητήσει έναν «πλούσιο Ευρωπαίο σύζυγο», σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διατηρήσει την ψευδαίσθηση του στάτους και της χλιδής, μακριά από τα συντρίμμια της πολιτικής της καριέρας.
Ακόμα μία εξίσου σκοτεινή πτυχή της υπόθεσης αφορά τις σχέσεις που φέρεται ότι ανέπτυξε η Γκίλφοϊλ με ισχυρά ελληνικά επιχειρηματικά συμφέροντα, μετατρέποντας, σύμφωνα με τα επικριτικά δημοσιεύματα, την αμερικανική πρεσβεία σε ένα ιδιότυπο πεδίο διασταύρωσης διπλωματίας, οικονομικής επιρροής και προσωπικών διασυνδέσεων. Η «Wall Street Journal» έφερε στο προσκήνιο τις επαφές της με επιχειρηματίες και την εμπλοκή του λομπίστα Χρήστου Μαραφάτσου σε δραστηριότητες που συνδέονταν με τη διπλωματική αποστολή. Οι αποκαλύψεις αυτές ενίσχυσαν τα ερωτήματα κατά πόσον η εκπροσώπηση των αμερικανικών συμφερόντων είχε αρχίσει να συγχέεται με την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων επιχειρηματικών επιδιώξεων.
Ακόμα πιο επιβαρυντικές για τη δημόσια εικόνα της υπήρξαν οι πληροφορίες περί πολυτελών ταξιδιών και παροχών που φέρεται ότι απολάμβανε χάρη στη γενναιοδωρία εύπορων Ελλήνων επιχειρηματιών. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στην αισθητική της χλιδής ή στην προκλητική επίδειξη πλούτου. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα των κανόνων δεοντολογίας που διέπουν τους Αμερικανούς διπλωματικούς αξιωματούχους, καθώς η αποδοχή δώρων, φιλοξενίας και οικονομικών διευκολύνσεων μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να προκαλέσει σοβαρές συγκρούσεις συμφερόντων.
Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, οι σχετικές καταγγελίες βρέθηκαν στο μικροσκόπιο του γενικού επιθεωρητή του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε παράβαση. Στο μεταξύ, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και μια λεπτομέρεια από την υπόθεση Ντίτερς, η οποία φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο φέρεται ότι αντιλαμβανόταν η Γκίλφοϊλ τη σχέση ανάμεσα στο χρήμα και στην πολιτική πρόσβαση.
Σύμφωνα με τα μηνύματα που εξέτασε το CBS News, η ίδια εμφανίζεται να τον προτρέπει να αποφεύγει τη γραπτή καταγραφή ευαίσθητων συνεννοήσεων και να προτιμά επικοινωνία μέσω της εφαρμογής Signal. Ο Ντίτερς υποστήριξε ότι η απαίτηση των 100.000 δολαρίων αποτελούσε ξεκάθαρη συναλλαγή με προσδοκώμενα πολιτικά ανταλλάγματα, αν και διευκρίνισε ότι τελικά δεν κατέβαλε το ποσό. Η πλευρά της Γκίλφοϊλ αμφισβητεί τις κατηγορίες.
Βαρύτητα
Το σκάνδαλο, ωστόσο, προκάλεσε και ένα απροσδόκητο πρόβλημα για το ίδιο το σύστημα εξουσίας που την ανέδειξε. Η απομάκρυνσή της έφερε στην επιφάνεια το ευρύτερο ερώτημα για τα όρια της πολιτικής ευνοιοκρατίας και την επιλογή προσώπων με πρωταρχικό προσόν την προσωπική εγγύτητα προς τον εκάστοτε πρόεδρο. Η περίπτωση της Γκίλφοϊλ εξελίχθηκε έτσι σε σύμβολο μιας διπλωματίας στην οποία η αναγνωρισιμότητα, οι κομματικοί δεσμοί και η πρόσβαση στα οικογενειακά κέντρα εξουσίας μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη βαρύτητα από την εμπειρία και τη θεσμική επάρκεια.
Χαρακτηριστικό του κλίματος είναι ότι, προτού ακόμη καταλαγιάσει ο θόρυβος της αποπομπής, άρχισαν να εμφανίζονται δημόσια νέες φιλοδοξίες για τη διαδοχή της. Η ελληνικής καταγωγής τηλεοπτική προσωπικότητα Ντέμπι Ματενόπουλος εξέφρασε ανοιχτά το ενδιαφέρον της να αναλάβει την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, επικαλούμενη τους δεσμούς της με την Ελλάδα και την εμπειρία της στην επικοινωνία.
Η εξέλιξη αυτή αποτύπωσε με σχεδόν ειρωνικό τρόπο την ταχύτητα με την οποία η Ουάσινγκτον πέρασε από την αποθέωση της Γκίλφοϊλ στην αναζήτηση της αντικαταστάτριάς της.
Και αυτό ίσως αποτελεί το πιο αμείλικτο στοιχείο ολόκληρης της ιστορίας: η γυναίκα που επένδυσε την πολιτική της επιβίωση στην εγγύτητα προς την εξουσία ανακάλυψε, με τον πιο οδυνηρό τρόπο, ότι στην Ουάσινγκτον η προσωπική εύνοια μπορεί να εξαφανιστεί πολύ ταχύτερα απ’ όσο αποκτήθηκε. Και όταν εξαφανίζεται, αφήνει πίσω της όχι μόνο ένα κενό εξουσίας, αλλά και μια σειρά αναπάντητων ερωτημάτων που κανένα λαμπερό χαμόγελο, καμία κοσμική εμφάνιση και καμία επίκληση παλαιών γνωριμιών δεν μπορούν πλέον να σβήσουν.
Πλήγμα στο κύρος της αμερικανικής διπλωματίας στην Ελλάδα
Πέρα, όμως, από την προσωπική διάσταση της υπόθεσης, το μεγαλύτερο πλήγμα αφορά το κύρος της αμερικανικής διπλωματίας στην Ελλάδα. Μια πρεσβεία που παραδοσιακά αποτελεί κομβικό κέντρο γεωπολιτικών αποφάσεων για την ανατολική Μεσόγειο, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την ενεργειακή ασφάλεια και τη στρατιωτική συνεργασία βρέθηκε να απασχολεί τη διεθνή επικαιρότητα για λόγους εντελώς διαφορετικούς από τη θεσμική αποστολή της.
Η αντιπαράθεση γύρω από την Γκίλφοϊλ ανέδειξε με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τους κινδύνους που εγκυμονεί η προσωποπαγής άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Οταν η διπλωματική εκπροσώπηση ταυτίζεται με την κοσμική προβολή, τις προσωπικές φιλοδοξίες και την εγγύτητα στα κέντρα εξουσίας, η παραμικρή κρίση απειλεί να μετατραπεί σε θεσμικό ναυάγιο. Και στην περίπτωση της άλλοτε πανίσχυρης Γκίλφοϊλ, οι καταγγελίες, ανεξάρτητα από την τελική δικαστική ή διοικητική τους αξιολόγηση, έχουν ήδη εγείρει ένα βαρύ πολιτικό ερώτημα: ποιος τελικά πλήρωσε το τίμημα μιας επιλογής που παρουσιάστηκε ως διπλωματικός θρίαμβος και κατέληξε να δοκιμάζει την αξιοπιστία των ίδιων των θεσμών;
Παραμερίστηκε το πρωτόκολλο του «αποχαιρετισμού»
Στα καθ’ ημάς, η φυγή της έγινε δεκτή με ένα κράμα θεσμικής περιφρόνησης και ανακούφισης. Το πρωτόκολλο που προβλέπει εθιμοτυπικές αποχαιρετιστήριες συναντήσεις των απερχόμενων πρέσβεων παραμερίστηκε επιδεικτικά. Η Προεδρία της Δημοκρατίας ξεκαθάρισε ότι ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Τασούλας δεν θα τη δεχθεί, τονίζοντας ότι «δεν υπάρχει πρωτόκολλο» που να τον υποχρεώνει, στερώντας της την ευκαιρία για μια τελευταία επίσημη φωτογραφία εξιλέωσης. Συνεργάτες του Ελληνα Προέδρου σχολίαζαν μάλιστα ότι η Γκίλφοϊλ είναι τόσο «θρασύς» που ίσως επιχειρούσε να εμφανιστεί απρόσκλητη.
Μοντγκόμερι: Ενα «τέρας που κυνηγούσε την εξουσια»
Η πτώση της Γκιλφοϊλ λειτούργησε ως καταλύτης για να ανοίξουν στόματα που παρέμεναν κλειστά επί χρόνια. Το σκάνδαλο με τον Ερικ Ντίτερς απέκτησε νομικές διαστάσεις, με τον επιχειρηματία να καταθέτει μήνυση εναντίον της, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι διαθέτει επιβαρυντικό ηχητικό υλικό 16 λεπτών ικανό να ταρακουνήσει συθέμελα την Ουάσινγκτον.
Το μήνυμά της, «Honey please, I need you to get this done for me today» (Χρυσέ μου, σε παρακαλώ, χρειάζομαι να το τακτοποιήσεις αυτό για μένα σήμερα), προκειμένου να εξοφληθεί η κάρτα της American Express με αντάλλαγμα κυβερνητική εύνοια, στοιχειοθετεί πράξεις που ξεφεύγουν από τα όρια της πολιτικής ηθικής και αγγίζουν την ποινική έρευνα.
Η αποδόμησή της όμως δεν περιορίστηκε στα πεπραγμένα της στην Αθήνα. Το παρελθόν της στο δίκτυο Fox News ανασύρθηκε με τον πλέον χυδαίο τρόπο. Η πρώην συνάδελφός της, Λίζα «Κένεντι» Μοντγκόμερι, μέσα από ένα καταπελτικό άρθρο της στην «Daily Mail» σκιαγράφησε μια γυναίκα με «αμείλικτο ναρκισσισμό», που αποτελούσε ένα «τέρας που κυνηγούσε το κύρος». Η Μοντγκόμερι αποκάλυψε ότι η Γκίλφοϊλ υπερηφανευόταν ανοιχτά για τη σεξουαλική της ζωή, επιδεικνύοντας φωτογραφίες της μαύρης κάρτας American Express ενός πρώην συντρόφου της (τον οποίο αποκαλούσε «Λεξ Λούθορ» και χαρακτήριζε «ερωτευμένη μηχανή μετρητών») δίπλα σε φωτογραφίες των γεννητικών του οργάνων.