Ας ξαναφέρουμε στη ζωή μας την ποίηση…

Ας αλλάξουμε σήμερα μοτίβο

Ας αλλάξουμε σήμερα μοτίβο. Ας θυμηθούμε ότι υπάρχουν ακόμη εποχές και ότι ζυγώνει -και ημερολογιακά- το φθινόπωρο. Κι ας θυμηθούμε ακόμη τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, έναν από τους «καταραμένους» ποιητές του Μεσοπολέμου, του οποίου το έργο φρόντισε, ευτυχώς, να εκδώσει ο Αρης Δικταίος.

Ας θυμηθούμε ότι, εκτός από τα τόσα μικρά, μεγάλα, αλλά κυρίως άσχημα που μας περιβάλλουν, υπάρχει και η ποίηση, βγαλμένη από ανθρώπους που έζησαν «μιαν άλλη ζωή» και που, όπως ο Λαπαθιώτης, τη διέτρεξαν μέσα σε έναν κόσμο που δεν υπήρχε, αλλά εκείνοι τον έπλασαν στη φαντασία τους, προσπάθησαν να τον ζήσουν, μέχρι που δεν άντεξαν την πραγματικότητα.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε με το όπλο του πατέρα του, πτωχός, ορφανός και μόνος. Εδωσε τέλος στη γεμάτη πάθη και εξαρτήσεις ζωή του με το πιστόλι του στρατιωτικού πατέρα του, ο οποίος πέθανε στις αρχές της γερμανικής Κατοχής, περίπου τέσσερα χρόνια μετά τη μητέρα του ποιητή, αφήνοντάς τον ορφανό, ηθικά και οικονομικά απροστάτευτο. Γιατί, παρά τον ελευθεριάζοντα τρόπο διαβίωσής του και την ευφυΐα του, το ταλέντο του, τις σπουδές και τη γλωσσομάθειά του, ο Λαπαθιώτης δεν κατάφερε ποτέ να ανεξαρτητοποιηθεί από τους γονείς του.

Μέσα στα τόσα και τόσα που μας συμβαίνουν, ας ψάξουμε καταφύγιο στην ποίηση, στον περίεργο και συναρπαστικό της κόσμο, που προσπαθούν να βγάλουν από τη ζωή μας οι χιλιάδες εικόνες και η άτεχνη νοημοσύνη…

Τραγούδι, το φθινόπωρο
Φθινόπωρο σ’ αγάπησα,
την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν κι αφήνουν
τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,
που βιάζουνται τα δειλινά,
κι είναι τα ρόδα μήλα,
κι είναι τα βράδια μόνα…

***

Και τώρα στέκω και ρωτώ:
Ποια μοίρα και ποια μπόρα,
καθώς τραβούσα μοναχός
τον δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα να μ’ έχει φέρει
τώρα ζητιάνο στην αυλή σου;

***

Κι όταν το γιόμα χάνεται
κι η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία,
το φως της μέρας κλείνει,
να ‘ρχουμαι, πάλι, να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη, σα μιαν ελεημοσύνη!

***

Σ’ αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια μόνα…
Μ’ αλήθεια να σ’ αγάπησα
ή μην είν’ η ανατριχίλα του ερχόμενου χειμώνα;

Η ΑΚΙΣ

Advertisement 4