Στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελεί «εκκρεμότητα» το να έχουν οι πολιτικοί την ίδια ποινική μεταχείριση που έχει κάθε απλός πολίτης
Να άρουμε τη συνταγματική απαγόρευση για τα μη κρατικά πανεπιστήμια; Σέβομαι τις κρατικοδίαιτες απόψεις, αλλά το βρίσκω αυτονόητο. Να αλλάξουμε άραγε τις άθλιες διατάξεις περί «ευθύνης υπουργών» – αυτό πια και εάν θα έπρεπε να είναι σε όλους αυτονόητο!
- Του Α.Π. Δημόπουλου
Εντούτοις, και ανεξαρτήτως του ότι υπάρχουν πολλά τέτοια «αυτονόητα», το μείζον είναι ότι με κάθε τέτοια συνταγματική αναθεώρηση, από τις πολλαπλές εκείνες που μας έχει επιφυλάξει εδώ και χρόνια η εκάστοτε εξουσία (και δη συνήθως για λόγους μικροπολιτικής) και λόγω ακριβώς ενός μονίμως μακρού καταλόγου εκκρεμοτήτων που αφορά τα «αυτονόητα», τίθεται μοιραία εκτός πλαισίου κάθε συζήτηση για τα λιγότερο «αυτονόητα» – τις βαθύτερες αγκυλώσεις του Συντάγματος, αν θέλετε.
Θέλω να πω, στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτελεί εκκρεμότητα να έχουν οι πολιτικοί την ίδια ποινική μεταχείριση που έχει κάθε απλός πολίτης, έτσι δεν είναι; Και εάν όντως δεν υπήρχαν και στην Ελλάδα αυτές οι εκκρεμότητες, ίσως να ανοίγαμε κάποτε μια σοβαρότερη συζήτηση για το Σύνταγμα του 1974, το οποίο βέβαια είναι πρωτίστως ένα πολιτικό και ιδεολογικό κείμενο – οι νομικές του ρυθμίσεις δεν είναι ουδέτερες, αλλά αντανακλούν την πολιτική και ιδεολογική συναίνεση της εποχής του. Γιατί, εάν δεν συζητούσαμε ακόμα για τα αυτονόητα, θα έπρεπε, σίγουρα, μετά μισό και πλέον αιώνα ζωής, να αναρωτηθούμε για το πολιτικό ισοζύγιο αυτού του Συντάγματος. Σίγουρα, εάν ζούμε μια εποχή υπέρβασης της Μεταπολίτευσης, πρέπει να κάνουμε κάποτε τη συζήτηση.
Δύο παραδείγματα
Οπότε να δώσω δύο παραδείγματα για το τι θα έπρεπε κανονικά να συζητάμε – παραδείγματα σε αντιστοίχιση με τα δύο πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Συντάγματος του ’74. Που το πρώτο βέβαια (η μια βασική διαφορά με το Σύνταγμα του ’52) αφορούσε τη μορφή του πολιτεύματος. Που, όχι απλώς έγινε «προεδρευόμενη δημοκρατία» (από «βασιλευόμενη»), αλλά επιπροσθέτως η νέα μορφή του πολιτεύματος ορίστηκε μη δυνάμενη να αναθεωρηθεί – ρήτρα, που έκανε κάποιους να χαρακτηρίσουν το Σύνταγμα του 1974 «αιώνιο».
Και το άλλο γνώρισμα (στο πνεύμα γενικής «σοσιαλμανίας» της εποχής) ήταν βέβαια η δραστική επέκταση των λεγόμενων «κοινωνικών δικαιωμάτων» σε συνδυασμό με την εκ παραλλήλου εξασθένιση της προστασίας των ατομικών και ιδίως του κομβικού στις δυτικές δημοκρατίες δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας, το οποίο πλέον περιορίστηκε ρητώς μέσω της επίκλησης μιας ευρύχωρης έννοιας «δημόσιου συμφέροντος» σε συνδυασμό με διατάξεις έμπρακτης οριοθέτησής του (όπως λ.χ. το πολυσυζητημένο άρθρο 24 για την προστασία του περιβάλλοντος).
Και αναφέρομαι σε αυτά τα δυο γνωρίσματα για να πω ότι δεν αρκεί να σκανδαλιζόμαστε για τις ρυθμίσεις περί «ευθύνης υπουργών», γιατί μπορεί αυτές να λειτουργούν ως πρόκληση, αλλά τίθεται θέμα «δημοκρατικού ελλείμματος» και ως προς τις κεντρικότερες ρυθμίσεις τόσο για το λεγόμενο «αιώνιο» Σύνταγμα όσο και για τον έλεγχο των ατομικών δικαιωμάτων διαμέσου της ευρύχωρης έννοιας «δημόσιου συμφέροντος» και με δέλεαρ τα υποτιθέμενα «δημόσια αγαθά», για τα οποία έκανα λόγο. Γιατί και αυτές οι δυο κεντρικότερες ρυθμίσεις εκφράζουν μια ταυτόσημη λογική υφαρπαγής εξουσίας.
Αρχή του Διαφωτισμού
Ετσι, για να αρχίσω με την πρώτη ρύθμιση, το πρόβλημα δεν αφορά τη μορφή του πολιτεύματος (το εάν είναι προτιμότερο «προεδρευόμενο», «προεδρικό» ή «βασιλευόμενο», δηλαδή), αλλά τη ρήτρα περί «αιώνιου» Συντάγματος. Οχι γιατί το λέω εγώ, αλλά γιατί η αρχή ότι η μια γενιά δεν μπορεί να δεσμεύει στις πολιτικές και ιδεολογικές της επιλογές τις επόμενες γενιές στο διηνεκές αποτελεί θεμελιώδη αρχή του Διαφωτισμού και κληροδοσία της Γαλλικής Επανάστασης, και η κριτική στη ρήτρα «αιωνιότητας» περιέχεται ήδη αυτούσια στη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» του 1793, όπου στο άρθρο 28 ορίζεται: «Ενας λαός έχει πάντοτε το δικαίωμα να αλλάξει, να αναθεωρήσει και να μεταβάλει το Σύνταγμα.
Μια γενιά δεν μπορεί να δεσμεύσει στους κανόνες της τις μελλοντικές γενιές» – γιατί να μπορεί να το κάνει η «γενιά του ’74»; Με άλλη διατύπωση, εάν στο μέλλον υπάρξει ένα άλλο πολιτικό και ιδεολογικό ισοζύγιο, γιατί να δεσμεύονται οι μελλοντικές γενιές από αποφάσεις που δεν (θα) τις αφορούν; Γιατί και αυτό συνιστά «δημοκρατικό έλλειμμα» και εκφράζει, όπως είπα, μια λογική υφαρπαγής εξουσίας που ενδημεί παραδοσιακά εντός κάθε πολιτικής γραφειοκρατίας που έχει την εγγενή τάση να διατηρηθεί «αιώνια».
Και η ίδια λογική υφαρπαγής εξουσίας από εκεί που πραγματικά ανήκει (από όλους εμάς, δηλαδή) αποτυπώνεται επίσης και στον έλεγχο των ατομικών δικαιωμάτων (και ιδίως του δικαιώματος της ιδιοκτησίας) διαμέσου, όπως ήδη είπα, της επίκλησης μια ευρύχωρης έννοιας «δημόσιου συμφέροντος», που τυποποιεί σε πλήθος διατάξεών του το Σύνταγμα του ’74. Γιατί και αυτές οι αντιλήψεις έμπρακτου σοσιαλισμού όχι απλώς δεν υπηρετούν τίποτε το πραγματικά «δημόσιο», αλλά αντιθέτως το μόνο που κάνουν, επιτρέποντας την αμφισβήτηση όσων μας ανήκουν, είναι να καθιστούν τους πολιτικούς αναγκαστικούς διαιτητές αντιπαλοτήτων και συγκρούσεων, που κανονικά δεν έπρεπε να υπάρχουν και μόνο οι ίδιοι προκαλούν, ώστε να διευρύνουν έτσι και να διαιωνίζουν τεχνητά την εξουσία τους.
Με άλλα λόγια, μιλάμε για τον ίδιο μηχανισμό κατασκευής προνομίων, που γίνεται τόσο αδρά προκλητικός στις ειδικές ρυθμίσεις για «ευθύνη υπουργών», που είναι απλώς το έλασσον και, όπως είπα, ο λόγος, που μένει διαρκώς εκκρεμές, το έλασσον είναι, ακριβώς, για να μη συζητήσουμε ποτέ το μείζον. Για να παραμείνει η ίδια υφαρπαγή εξουσίας «αιώνια» δηλαδή – όσο τουλάχιστον «αιώνιο» ορίστηκε και το Σύνταγμα που την προστατεύει.


