Την αλαζονεία μας, την αφέλεια, την ελαφρότητα με την οποία ασχολούμεθα με «βαριά» ζητήματα τη βρίσκουμε πάντα μπροστά μας σαν πεπρωμένο
- Από τον
Παναγιώτη Λιάκο
Ενημερωθήκαμε προχθές ότι έφτασε ο μετροπόντικας «Αθηνά» (βλ. φωτό) στον Ευαγγελισμό και ολοκληρώθηκε η σήραγγα από Κατεχάκη. Χαρές, πανηγύρια, τηλεοράσεις και μια κάποια εθνική υπερηφάνεια που το μηχάνημα έφερε την ονομασία της θεάς Αθηνάς, η οποία, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση, είναι η προστάτις της πρωτεύουσας της χώρας μας. Ούτε που πήραμε μυρωδιά ότι αν στην αρχαία Ελλάδα τολμούσαμε να «βαφτίσουμε» μηχάνημα με θεωνύμιο θα καταλήγαμε για λίγες ημέρες στο δεσμωτήριο κι έπειτα ολοταχώς στο… δημοτικό ρεστοράν που σέρβιρε κώνειο.
Στην αρχαία Ελλάδα τα καθαρά θεωνύμια (π.χ. «Ζεύς», «Ηρα», «Απόλλων») δεν δίνονταν αυτούσια ως προσωπικά ονόματα. Αντίθετα, χρησιμοποιούνταν παράγωγα και θεοφορικά σύνθετα και υποκοριστικά (π.χ. Απολλώνιος, Ποσειδώνιος, Αθηνάδης, Διόφαντος, Διογένης, Ηφαιστίων κ.ά.).
Το να ονομαστεί ένα παιδί «Ζεύς» ή «Ποσειδών» ή «Αθηνά» θα σήμαινε συμβολικά ταύτιση με τον ίδιο τον θεό και η ελληνική σκέψη είχε σαφή και έντονα χαραγμένη την αίσθηση ορίων μεταξύ θεϊκού και ανθρώπινου. Αν έκανες τέτοιου είδους ονοματοδοσία στο τέκνο σου, θα θεωρείτο ότι αυτό αποτελεί συμβολική διεκδίκηση ισότητας με τον θεό – πράξη που συνιστά ύβρη.
Ολοι ξέρουμε πόσο καταδικαστέα και απορριπτέα από τη λαϊκή ψυχή και τη φιλοσοφική σκέψη των αρχαίων ήταν η ύβρις. Η επιλογή, λοιπόν, παραγώγων, υποκοριστικών και θεοφορικών συνθέτων που αναφέρθηκαν προηγουμένως έδειχνε από τους πιστούς την επιδίωξη ανάπτυξης σχέσης με τους θεούς και όχι την εξίσωση μαζί τους.
Αυτή η στάση απέναντι στην ονοματοδοσία παρέμεινε σταθερή στους προκλασικούς και τους κλασσικούς χρόνους και υποχώρησε ελαφρώς στην ελληνιστική περίοδο και τη ρωμαιοκρατία. Καθαρά ονόματα θεών δεν έπαιρναν οι Ελληνες, αλλά λίγοι Ρωμαίοι και βάρβαροι, που επιδίωκαν (ανεπιτυχώς) να «ελληνίσουν».
Από εκείνο το χρονικό και πολιτισμικό σημείο φτάσαμε εδώ, όπου έχει γίνει τόσο έντονος ο… θεσμός της βαρβαρότητας στη σκέψη και την πράξη ώστε χειροκροτάμε έναν μετροπόντικα (ήτοι έναν διακορευτή εδάφους) που τον βάφτισαν «Αθηνά».
Δυστυχώς, δεν είναι μόνο οι μετροπόντικες το πρόβλημά μας. Το συναντάμε σε καθημερινή βάση στον δρόμο. Εχει ο άλλος έναν υπεμεγέθη μαύρο μούργο, ένα ροτβάιλερ ας πούμε, και τον φωνάζει «Ερμή» ή «Δία». Η μανδάμ αποκαλεί το κανισάκι της «Ηρα» και ο μπαρμπούλης το μπουλντόγκ το λέει «Αρη». Με τόση μαζεμένη ύβρη, βλασφήμια και αδιαφορία για τα όσια και τα ιερά μας ήταν αναπόφευκτο να φτάσουμε σε αβυσσαλέα βάθη παρακμής.
Το σωστό, λοιπόν, είναι να μη χρησιμοποιούμε ονόματα ιερά, σεβαστά και φοβερά για να «βαφτίζουμε» σκύλους ή μηχανές. Σώφρον, επίσης, θα είναι να μη δίνουμε και καθαρά θεωνύμια στα τέκνα μας. Υπάρχουν πάντα τα παράγωγα, τα υποκοριστικά, τα σύνθετα. Ιδού μια μικρή λίστα:
Διόδωρος («δώρο του Δία»), Διοκλής («δόξα του Δία»), Διομήδης («μήδος/βουλή του Δία»), Ζηνόδωρος («δώρο του Ζηνός»), Ζήνων (παράγωγο από Ζευς), Αθηνόδωρος («δώρο της Αθηνάς»), Αθηναγόρας («αγορά/συνάθροιση της Αθηνάς»), Αθήναιος (εθνικό/σχεσιακό παράγωγο) κ.ά.
Τέλος, να σημειωθεί ότι η αποφυγή χρήσης του θεϊκού ονόματος επί ματαίω (δι’ ασήμαντον αφορμήν) καταδικάζεται από τις περισσότερες θρησκείες του κόσμου. Στον χριστιανισμό είναι η τρίτη από τις δέκα εντολές: ου λήψει το όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω.
Ας προσέχουμε, λοιπόν, διότι την αλαζονεία μας, την αφέλεια, την ελαφρότητα με την οποία ασχολούμεθα με «βαριά» ζητήματα τη βρίσκουμε πάντα μπροστά μας σαν πεπρωμένο.



