Προκαλεί ερωτήματα το σκόπιμο σκοτάδι που διατηρεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη ως προς τη διεξαγωγή του διαλόγου με την Αγκυρα
Ο διάλογος Ελλάδας – Τουρκίας είναι πάντα απαραίτητος, αλλά το κύριο συμπέρασμα των προ εβδομάδος συνομιλιών του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι ότι, με το υφιστάμενο πλαίσιο επαφών, η Αγκυρα αξιοποιεί τα «ήρεμα νερά» για την προώθηση των συμφερόντων της, χωρίς κανένα αντάλλαγμα υπέρ της Αθήνας.
Οσο κι αν η διατήρηση καναλιών επικοινωνίας και οι μειωμένες αεροπορικές παραβιάσεις (ενώ αυξάνονται οι θαλάσσιες!) είναι στοιχεία ωφέλιμα για την ελληνική πλευρά, δεν μπορούν να συγκριθούν με όσα κερδίζει η τουρκική διπλωματία μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών του Δεκεμβρίου του 2023.
Η Τουρκία αλώνει την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία με αλλεπάλληλες διμερείς συμφωνίες, συντηρεί διαλλακτικό προσωπείο ενώπιον της Ουάσινγκτον και ακυρώνει κάθε ενεργειακό σχέδιο της Ελλάδας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο μετά την κρίση της Κάσου, τον Ιούλιο του 2024, και την επ’ αόριστον αναστολή της ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Κυπριακή Δημοκρατία και το κράτος του Ισραήλ.
Η τραγική ειρωνεία της υπόθεσης του Great Sea Interconnector (του λεγόμενου «καλωδίου») είναι ότι ο κ. Μητσοτάκης, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης και ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου είχαν αναθαρρήσει το καλοκαίρι του 2025 και υπόσχονταν «δράση επί του πεδίου».
Αιτία της αναλαμπής ήταν ότι ο κ. Παπασταύρου είχε μεταφέρει πληροφορίες από Αμερικανό διπλωμάτη πως εσωτερική έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναγνώριζε τα ελληνικά δίκαια ως προς τον GSI. Οπότε εικαζόταν (αβάσιμα, όπως αποδεικνύεται) ότι, σε συνδυασμό με την ισραηλινή στήριξη, οι βυθομετρικές έρευνες για το «καλώδιο» θα μπορούσαν να προχωρήσουν χωρίς τουρκική αντίδραση.
Είναι βέβαιο ότι η Ελλάδα έχει απόλυτο δίκιο για την πόντιση του καλωδίου (άλλωστε δεν υπάρχει καμία απαγόρευση σε οποιονδήποτε βάσει του Διεθνούς Δικαίου και π.χ. η Κίνα διαθέτει τηλεπικοινωνιακό-κατασκοπευτικό καλώδιο ακόμα και στα ανοιχτά της βάσης της Σούδας), αλλά παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο ότι όποιες εκμυστηρεύσεις όποιου ξένου διπλωμάτη μπορούν να ανατρέψουν όσα παγιώθηκαν μετά την Κάσο.
Ακόμα κι αν τέτοια έκθεση όντως υπάρχει (και ο Αμερικανός διπλωμάτης δεν έλεγε στον Ελληνα υπουργό μόνον ό,τι αγωνιούσε να μεταφέρει στην Αθήνα), οι συχνοί φανφαρονισμοί «τύπου Παπασταύρου» προσφέρουν μόνον πρόσκαιρες εντυπώσεις. Το ίδιο συνέβη και με τις υπερβολές για την -κατά τα άλλα θετικότατη- εμπορική συμφωνία με τη Chevron που αρχικά προβλήθηκε σαν ιστορική αναγνώριση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Σαν να μη γνώριζε η κυβέρνηση ότι παρόμοιες αναγνωρίσεις γίνονται μόνον από κράτη και όχι από εταιρίες. Και ήταν αναμενόμενο, όπως συνέβη ταχύτερα όλων των εκτιμήσεων, ότι η Chevron θα προχωρούσε σε διάλογο συνεργασίας και με τη Λιβύη και με την Τουρκία. Παράλληλα, προκαλεί ερωτήματα το σκόπιμο σκοτάδι που διατηρεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη ως προς τη διεξαγωγή του διαλόγου με την Αγκυρα.
Στις 8 Φεβρουαρίου 2026 αποκαλύφθηκε (από τον Μ. Κοττάκη στην «Εστία») ότι διεξάγεται μυστικός διάλογος Ελλάδας – Τουρκίας στο ΝΑΤΟ ήδη από το Σεπτέμβριο του 2025, κατόπιν μεσολάβησης του γενικού γραμματέα του, Μαρκ Ρούτε, και συμφωνίας του κ. Γεραπετρίτη με τον ομόλογό του Χακάν Φιντάν, τον Μάιο της ίδιας χρονιάς. Ουδείς διέψευσε το δημοσίευμα, αλλά ο πρωθυπουργός και όλοι οι κυβερνητικοί παράγοντες επιμένουν ότι «δεν χρειαζόμαστε κάποιον επιδιαιτητή ή κάποιον διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε ζητήματα τα οποία αφορούν τις δύο χώρες».
Ο κ. Μητσοτάκης είχε μάλιστα επισημάνει, στις αρχές Φεβρουαρίου, ότι «νομίζω πως αυτή την άποψη συμμερίζεται και η Τουρκία» και, πράγματι, ο κ. Ερντογάν κινήθηκε στην ίδια γραμμή κατά τη συνέντευξη Τύπου στην Αγκυρα. Νεότερες, πρόσθετες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο κ. Ρούτε, μετά την πρώτη δική του διαμεσολάβηση, ανέθεσε την επιδιαιτησία στην αναπληρώτρια γενική γραμματέα του ΝΑΤΟ Ράντμιλα Σεκέρινσκα.
Η εκ Σκοπίων ορμώμενη πολιτικός (διατελέσασα πρόεδρος της Σοσιαλδημοκρατικής Ενωσης, υπουργός Αμυνας και αναπληρώτρια πρωθυπουργός) ήταν γνωστή και συνομιλήτρια της εκεί ελληνικής πρεσβείας από την εποχή που αναδείχθηκε πρόεδρος της νεολαίας του κόμματός της στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Θεωρείτο, γενικά, μετριοπαθής στο ζήτημα της ονομασίας της χώρας της, δεν καταγράφηκε ποτέ κάποια προσβλητική δήλωσή της κατά της Ελλάδας και δεν είχε προσωπική εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις μέχρι τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Μυστικό κανάλι
Οπως είναι φυσικό, το Μέγαρο Μαξίμου και το υπουργείο Εξωτερικών έχουν υποχρέωση τήρησης αυστηρού απορρήτου -και ορθώς πράττουν- επί των λεπτομερειών των διαπραγματεύσεων της κυρίας Σεκέρινσκα με τους μόνιμους αντιπροσώπους της Ελλάδας και της Τουρκίας στην Ατλαντική Συμμαχία, πρέσβεις Βασιλική Γούναρη και Μπασάτ Οζτούρκ.
Αντίθετα, η κυβέρνηση δεν έχει κανένα δικαίωμα απόκρυψης από τη Βουλή και την κοινή γνώμη του καθαυτού σημαντικότατου γεγονότος ότι, πέραν των γνωστών διμερών επαφών, λειτουργεί και το παράλληλο μυστικό κανάλι συζητήσεων με την επιδιαιτησία της ανώτερης αξιωματούχου του ΝΑΤΟ. Τι φοβάται η κυβέρνηση ή τι θέλει να συμφωνήσει και δεν το παραδέχεται;
Ξένοι διπλωμάτες στην Αθήνα επιβεβαιώνουν πλήρως το αρχικό δημοσίευμα της «Εστίας» ότι η ατζέντα της κυρίας Σεκέρινσκα περιλαμβάνει τη συνεργασία ΝΑΤΟ – Ε.Ε., θέματα εναέριου χώρου και Στενών των Δαρδανελίων και -μη διευκρινιζόμενες- «διαφορές» στο Αιγαίο. Οι ίδιοι διπλωμάτες επισημαίνουν ότι «ούτε έχει επιτευχθεί ούτε και αναμένεται σύντομα άρση των ελληνοτουρκικών διαφωνιών που θα διευκόλυνε συμμαχικές λειτουργίες στο νέο πλαίσιο ασφαλείας έναντι της Ρωσίας και άλλων εξωτερικών κινδύνων με έμφαση στις προκλήσεις της Ενοποιημένης Αεροπορικής και Πυραυλικής Αμυνας που έχει θέσει, από τους πρώτους, ο Ελληνας πρωθυπουργός στο πρόσφατο παρελθόν» (σ.σ.: προφανώς εννοούν την επιστολή του κ. Μητσοτάκη στην Ε.Ε. τον Μάιο του 2024 για το συγγενές θέμα της ασπίδας αεράμυνας των «27»).
Προσθέτουν, επίσης, ότι η σημασία της μυστικής επιδιαιτησίας έχει συζητηθεί μεταξύ του γ.γ. του ΝΑΤΟ και του Ελληνα πρωθυπουργού «τουλάχιστον μία ή και περισσότερες φορές μετά την αρχική συμφωνία του περσινού Μαΐου», χαρακτηρίζοντας «παραγωγική» τη στάση και του κ. Μητσοτάκη και του κ. Ερντογάν. Παρ’ όλα αυτά, ο πρωθυπουργός επιμένει ότι δεν υπάρχει διαμεσολάβηση ή επιδιαιτησία. Προφανώς συνειδητοποιεί ότι στο παρόν ρευστό πολιτικό σκηνικό (ιδίως εντός της ίδιας της Κεντροδεξιάς) και παρά την άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία του, δεν διαθέτει πραγματική εξουσιοδότηση να δεσμεύσει τη χώρα.
Σε κάθε περίπτωση, εδραιώνεται μια βαθιά προβληματική κατάσταση με πιθανό εθνικό κόστος στο ορατό μέλλον. Αφενός, στις αμιγώς διμερείς επαφές, η Ελλάδα υφίσταται ήττες. Και, αφετέρου, πρώτη φορά από τη «διπλωματία των σεισμών» του 2001 (των τότε υπουργών Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρέου και Ισμαήλ Τζεμ) εξελίσσεται μια διαμεσολάβηση-επιδιαιτησία που ουδείς μπορεί να προβλέψει πού και πώς θα καταλήξει.
Ασφαλώς και σε άλλες περιόδους των ελληνοτουρκικών σχέσεων, από το 1964 ως το 2001, υπήρξαν πολλοί και γνωστοί μεσολαβητές, όπως οι Σάιρους Βανς, Αλεξάντερ Χέιγκ, Μπέρναρντ Ρότζερς, λόρδος Κάρινγκτον, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, Μαντλίν Ολμπράιτ κ.ά. Με τη μεγάλη διαφορά ότι οι τότε πρωθυπουργοί και υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας ανακοίνωναν και δεν έκρυβαν τις συνομιλίες, ενώ και οι ίδιοι οι επιδιαιτητές κινούνταν στο φως της δημοσιότητας και έπαιζαν με ανοιχτά χαρτιά.
* Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη


