Ο νέος υπερσυνδεδεμένος κόσμος είναι τελικά και υπερευάλωτος κόσμος. Είναι ένας κόσμος στον οποίο άνετα ο άνθρωπος που πρωταγωνιστεί μπορεί να αναιρέσει τον εαυτό του μέχρι της εξαφανίσεώς του
Μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, και ειδικότερα μόλις έπεσε αυτή η διαβολομηχανή, το drone, στην Κύπρο μας, «κατέβασα» αμέσως από τη βιβλιοθήκη τον «Ανήφορο» του Νίκου Καζαντζάκη. Το τελευταίο εκδοθέν έργο του στα ελληνικά, στο οποίο όμως οι Ελληνες δεν έδωσαν την πρέπουσα σημασία, καθώς κυκλοφόρησε σε μια εποχή που πίστευε άλλα από τον μεγάλο μας συγγραφέα. Στα δύσκολα έχω την τάση να σταματώ τον χρόνο και να στήνω αυτί. Πάντοτε έχουν κάτι να μας πουν οι μεγάλοι μας. Εχουμε το καθήκον να τους επαναφέρουμε στη συλλογική μνήμη και ξανά και ξανά και ξανά.
Ετρεξα λοιπόν αμέσως στη σελίδα 166 του «Ανήφορου», στην οποία ο Καζαντζάκης, ευρισκόμενος στο Λονδίνο, διηγείται με το ψευδώνυμο Κοσμάς σε μία Ιρλανδή φίλη του το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο καινούργιος κόσμος, και εισηγείται τον τρόπο επίλυσής του. Λέει ο μεγάλος Κρητικός: «Ο νους του ανθρώπου ξετυλίχθηκε πολύ γοργότερα, πολύ εντονότερα από την ψυχή του. Και ο νους του κατέχτησε κοσμογονικές δυνάμεις και τις έθεσε στη διάθεση του σημερινού ανθρώπου, που δεν έχει φτάσει ακόμη σε τόση ηθική ωριμότητα, ώστε τις δυνάμεις αυτές να τις χρησιμοποιήσει για το καλό του κόσμου. Υπάρχει σήμερα έλλειψη ισορροπίας, δυσαρμονία ανάμεσα στην διανοητική και την ηθική εξέλιξη του ανθρώπου. Ο γορίλας πήρε στα χέρια του την φωτιά, να ο κίνδυνος. (…)
Πώς μπορούμε να τον σταματήσουμε; Θαρρώ μονάχα ένας τρόπος υπάρχει: Να επιστρατέψουμε όλες τις φωτεινές δυνάμεις που υπάρχουν μέσα στον κάθε άνθρωπο και μέσα στον κάθε λαό. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο κόσμος πια αποτελεί έναν τόσο ενιαίο οργανισμό που δεν μπορεί ένας λαός να σωθεί αν δεν σωθούν όλοι. (…) Σύμφωνα με τον Bergson, η λύση είναι mobilization. Σε κάθε κρίσιμη στιγμή να επιστρατεύεις όλες σου τις δυνάμεις! (…) Να σταματήσουμε το γορίλα που τρέχει δε γίνεται. Να του πάρουμε πια την φωτιά από τα χέρια δε γίνεται. Πρέπει να προλάβουμε να του φωτίσουμε το μυαλό, να του μερώσουμε την καρδιά, να τον κάνουμε άνθρωπο. (…) Ας ενωθούμε όσοι πιστεύουμε στο πνέμα. Εχω εμπιστοσύνη στο πνέμα. (…)
Στις πιο δύσκολες στιγμές που παίζεται η μοίρα του κόσμου αυτό αναλαμβάνει την ευθύνη. (…) Σίγουρα μια μεγάλη Ιδέα γεννιέται σήμερα στα αιματωμένα σπλάχνα της γης. Γι’ αυτό και οι δυνάμεις του κακού εξαπολύθηκαν με τόση λύσσα τα τελευταία χρόνια και προσπαθούν πάλι να πνίξουν το νεογέννητο βρέφος. Μα δε θα μπορέσουν οι σκοτεινές δυνάμεις, και πάλι θα νικηθούν. Αν μπορούσαν αυτές να νικήσουν, από χιλιάδες χρόνια θα έχει εξαφανιστεί από την γης το ανθρώπινο γένος. Υπάρχει μια λαχτάρα στα στήθια του ανθρώπου που καμιά δύναμη του πονηρού δεν μπορεί να την πνίξει. Μια λαχτάρα να ανέβουμε πάνω από τα χτηνώδη ένστικτα, να νικήσουμε την ύλη, δηλαδή την σκλαβιά, και να γίνουμε ελεύθεροι.
Αυτή η κραυγή της ελευθερίας είναι το αθάνατο που έχει ο θνητός άνθρωπος μέσα του. (…) Ο άνθρωπος έφτιαξε καινούργια αλόγατα, που διαπερνούν γοργά την στεριά, την θάλασσα, τον αγέρα, και απάνω καβάλησε η ψυχή να φτάσει στην χίμαιρά της. Ξαφνικά τα άλογα καβαλίκεψαν τον καβαλάρη και πήραν ολότελα αντίθετο δρόμο και τρέχουν. Και τρέχουμε μαζί τους».
Ενα παραμύθι
Και ο «Κοσμάς» κατέληξε την ανάλυσή του προς την Ιρλανδή φίλη του με ένα παραμύθι: «Ενας δράκος γυρίζει αιματωμένος, νικητής από τον πόλεμο. Είχε μεθύσει από ανθρώπινο αίμα, τινάζει το κοντάρι του στον ουρανό και τραγουδούσε: “Και ο Θεός να κατέβει, θα παλέψω μαζί του!” Και ο Θεός έστειλε έναν Αγγελο. Τον είδε ο δράκος, λύσσαξε, χίμηξε απάνω του, σήκωσε το σπαθί και μοίρασε τον Αγγελο σε δύο από πάνω έως κάτω. Και να, μονομιάς, ο ένας Αγγελος έγιναν δύο. Χιμάει πάλι ο δράκος και με δυο σπαθιές μοιράζει πάλι σε δύο τον κάθε Αγγελο, και να οι δύο Αγγελοι έγιναν τώρα τέσσερις. Ως το άλλο πρωί εξακολούθησε ο αγώνας.
Οι τέσσερις έγιναν οκτώ, οι οκτώ έγιναν δεκαέξι, οι δεκαέξι έγιναν τριάντα δύο, οι τριάντα δύο έγιναν εξήντα τέσσερις. Και την άλλη μέρα τα ξημερώματα τα βουνά και οι κάμποι είχαν γεμίσει Αγγέλους. (…) Τον τελευταίο λόγο θα τον έχει πάντα η γης. Ολα είναι εφήμερα έξω από αυτή, οι μηχανές θα περάσουν, η γης θα μείνει».
Αν προσθέσετε σε αυτές τις οικουμενικές σκέψεις του Καζαντζάκη και όσα γράφει στον «Ανήφορο» για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, ότι δηλαδή οι Ελληνες, για να σώσουν την ουσία, της έδωσαν φόρμα και ότι η τέλεια εξισορρόπηση είναι το ελληνικό θάμα, έχουμε μπροστά μας τον Καζαντζάκη τον οικουμενικό και παγκόσμιο, τον εθνικό και τον πατριώτη τον ένθεο και τον ορθολογιστή, τον ορθόδοξο και τον επαναστάτη που διαπραγματεύεται το κορυφαίο θέμα της εποχής μας πριν από εμάς για εμάς: Τη σχέση της ύλης με την ψυχή του ανθρώπου. Την επίδραση της τεχνολογίας στη ζωή.
Τι προκύπτει από την περιπέτεια του νέου πολέμου τεχνολογίας; Οτι ο άνθρωπος έδωσε περισσότερη ισχύ στις μηχανές από τον νου του. Ο νέος υπερσυνδεδεμένος κόσμος είναι τελικά και υπερευάλωτος κόσμος. Είναι ένας κόσμος στον οποίο άνετα ο άνθρωπος που πρωταγωνιστεί μπορεί να αναιρέσει τον εαυτό του μέχρι της εξαφανίσεώς του.



