Η γλώσσα μας και ο πολιτισμός μας είναι στοιχεία που και σήμερα ελκύουν και ενώνουν, αρκεί εμείς να λειτουργούμε με τις αρχές του οικουμενικού Ελληνισμού, ο οποίος ήταν πάντοτε φορέας ανθρωποκεντρικού πολιτισμού
Αφορμή για το σημερινό σημείωμα ήταν πρόσφατη συζήτησή μου με τον πρόεδρο του σωματείου ΑΕΡΟΠΟΣ (διατελέσαντα καθηγητή της Οδοντιατρικής Σχολής του ΑΠΘ) Σωτήρη Χρυσάφη. Για την ιστορία αναφέρω ότι το σωματείο αυτό (άγνωστο στην κοινή γνώμη) είχε μεγάλη προσφορά συμβάλλοντας στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού στα Βαλκάνια, με την ίδρυση και τη λειτουργία επί πολλά χρόνια φροντιστηρίων ελληνικής γλώσσας στις πόλεις των Σκοπίων Βέλες, Γευγελή, Βαλάντοβο, Στρώμνιτσα, Μπαγφκάνσκι, Δοϊράνη, στις πόλεις της Βουλγαρίας Βάρνα, Στάρα Ζαγόρα, Συλίστρια, Μπιάλα κ.λπ. και στη στήριξη της έδρας Νεοελληνικών Σπουδών στην πόλη Κόμπατ, της Μολδαβίας.
Το κόστος λειτουργίας κάθε φροντιστηρίου ανερχόταν μόνο στα 1.200 ευρώ ετησίως, με στήριξη από τις τοπικές κοινωνίες ακόμα και στην περιοχή Σκοπίων, όπου διευθυντές σχολείων παραχωρούσαν τις αίθουσες για λειτουργία των φροντιστηρίων ελληνικής γλώσσας σε ώρες ή ημέρες που ήταν κλειστό το σχολείο. Περίλυπος μου ανέφερε ότι λόγω της οικονομικής κρίσης τα τελευταία χρόνια έχουν κλείσει όλα τα φροντιστήρια και διατηρείται ακόμα μόνο ένα στο Βέλες των Σκοπίων και στηρίζεται ακόμα, σε κάποιο βαθμό, η έδρα Νεοελληνικών Σπουδών στη Μολδαβία…
Ανέφερα όλα αυτά με κάποιες λεπτομέρειες για να επισημάνω πόσο μπορεί να βοηθήσει η ιδιωτική πρωτοβουλία και πώς με ελάχιστα μέσα μπορούν να γίνουν θαύματα, αλλά και πόσο ελκύουν ακόμα τα Βαλκάνια η ελληνική γλώσσα και ο πολιτισμός. Γιατί την ίδια εποχή, με στήριξη του Συλλόγου Μοναστηριωτών Θεσσαλονίκης, λειτουργούσαν άλλα 7-8 φροντιστήρια στο Μοναστήρι και σε κωμοπόλεις γύρω από αυτό, σε πάνω από 10 πόλεις της Ρουμανίας λειτουργούσε φροντιστήρια η Ενωση Ελλήνων Ρουμανίας και οι 18 σύλλογοι Σαρακατσάνων στη Βουλγαρία είχαν ιδρύσει φροντιστήρια ελληνικής γλώσσας σε κάποιες βουλγαρικές πόλεις, αλλά τώρα λειτουργούν μόνο στην πόλη Σλίβεν, στην κωμόπολη Ρετσίτσα και στο Κάρλοβο. Σε άλλο επίπεδο, η Επιτροπή Διάδοσης Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού, που ίδρυσε το 1995 το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, διοργάνωνε από το 1995 έως το 2005 σεμινάρια επιμόρφωσης εκπαιδευτικών από βαλκανικές χώρες και μαθήματα ελληνικής γλώσσας σε ειδικές κατηγορίες επιστημόνων.
Ολα αυτά ατόνησαν και λόγω οικονομικής κρίσης, αλλά και γιατί ήταν αποσπασματικές προσπάθειες, χωρίς ιδιαίτερη οικονομική στήριξη, χωρίς όμως να μειωθεί το ενδιαφέρον από γειτονικές χώρες για εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Ενδεικτικά αναφέρω ότι το 1993 το πανεπιστήμιο της Σόφιας με δική του πρωτοβουλία ίδρυσε τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας, στο οποίο εισάγονταν 25 άτομα κάθε χρόνο. Γι’ αυτές τις 25 θέσεις, σύμφωνα με στοιχεία, που δημοσίευσε προ ετών η Στόινα Πορομάνσκα, πρόεδρος του τμήματος, οι υποψήφιοι ήταν 2.055 το 1996, το 1999 2.385, το 2002 2.682 (βλ. περ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΓΛΩΣΣΑ του ΟΔΕΓ, έτος 16, τόμος Ζ, τ.8, σελ. 408), και μάλιστα οι υποψήφιοι γι’ αυτό το τμήμα ήταν πολύ περισσότεροι από τους υποψηφίους για το Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας. Το γενικότερο αυτό ενδιαφέρον σε όλες τις βαλκανικές χώρες οφειλόταν στο γεγονός ότι ελκύει ο ελληνικός πολιτισμός, αλλά και στο γεγονός ότι οι χιλιάδες ελληνικές επιχειρήσεις που ιδρύθηκαν στα Βαλκάνια προτιμούσαν προσωπικό που να μιλά και ελληνικά.
Ολα αυτά γίνονταν σχεδόν ερήμην του ελληνικού κράτους, που δεν είχε καμιά στρατηγική και όραμα επί του θέματος, ίσως από φόβο δημιουργίας προβλημάτων. Θα μπορούσε πραγματικά να γίνουν θαύματα αν κάποιο από τα ιδρύματα Νιάρχου, Λάτση, Ωνάση κ.λπ. αναλάμβανε και δημιουργούσε έναν φορέα πιστοποιημένης διδασκαλίας ελληνικής γλώσσας στα Βαλκάνια, με ίδρυση και λειτουργία ελληνικών πολιτιστικών κέντρων σε επιλεγμένες πόλεις. Τα αποτελέσματα θα ήταν θεαματικά, γιατί η κοινή γνώμη των χωρών αυτών είναι θετική σε μια τέτοια τέτοια προσπάθεια.
Κι επειδή κάποιοι πιθανώς τα θεωρούν θεωρητικά όλα αυτά ενδεικτικά, υπενθυμίζω ότι την περίοδο 2007-2010 το ΚΘΒΕ έκανε ένα άνοιγμα στα κρατικά θέατρα των Βαλκανίων. Βίωσα προσωπικά την προσπάθεια ως πρόεδρος του Δ.Σ του ΚΘΒΕ, τότε, και είδα το θετικό κλίμα και πόσο ο πολιτισμός ενώνει. Υπογράφηκαν πρωτόκολλα συνεργασίας με όλα τα κρατικά θέατρα των Βαλκανίων, δημιουργήθηκε άτυπα η Ενωση θεάτρων ΝΑ Ευρώπης, με συμφωνία κάθε δύο χρόνια όλα τα θέατρα των χωρών αυτών να συμμετέχουν σε ένα θεατρικό φεστιβάλ με παραστάσεις αρχαίου δράματος κι έτσι τον Ιούνιο του 2007 ήρθαν στη Θεσσαλονίκη όλα τα κρατικά θέατρα των Βαλκανίων με παραστάσεις αρχαίου δράματος, ενώ παρατηρήθηκε ενδιαφέρον εκμάθησης ελληνικής γλώσσας από ηθοποιούς γειτονικών χωρών, αναζήτηση τεχνικών από την Ελλάδα για ανέγερση υπαίθριων θεάτρων, που σπάνιζαν σε αυτές τις χώρες, και γίνονταν συζητήσεις για βαλκανικές παραγωγές.
Στα Βαλκάνια υπήρχαν και θα υπάρχουν αντιθέσεις και προστριβές και έπρεπε να ιδρυθούν με ελληνική πρωτοβουλία διαβαλκανικοί φορείς που θα συνέβαλλαν στην άμβλυνση των αντιθέσεων, στην κατανόηση του διαφορετικού αλλά και στην προβολή της ευρωπαϊκής προοπτικής ως κοινού οράματος που ενώνει. Η γλώσσα μας και κυρίως ο πολιτισμός μας είναι στοιχεία που και σήμερα ελκύουν και ενώνουν, αρκεί εμείς να λειτουργούμε με τις αρχές του οικουμενικού Ελληνισμού, γιατί πάντα ο Ελληνισμός ήταν φορέας ανθρωποκεντρικού πολιτισμού, διαπνέονταν από οικουμενικότητα, είχε ανοιχτούς ορίζοντες και εξωστρέφεια.
• Δικηγόρος, πρώην πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης


