Σεμνυνόμεθα ότι εμείς πρώτοι καθιερώσαμε όσα πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα θεωρούνται στις ημέρες μας «αυτονόητα». Οι Ελληνες είναι οι ιδρυτές της ίδιας της έννοιας του πολίτη. Ανέδειξαν τον άνθρωπο, το πρόσωπο, τη μονάδα ως αδιάσπαστο τμήμα της συλλογικής οντότητας, το οποίο όχι μόνο δεν είναι «αντικείμενο» και εργαλείο παραγωγής πλούτου και αναπαραγωγής αυταρχικής εξουσίας αλλά συναποφασίζει εν σώματι και χρήζει σεβασμού από τους άρχοντες. Η θεσμοθέτηση της ισχύος της κοινής περί του δικαίου και του ορθού γνώμης, του λαϊκού συναισθήματος και της αντίληψης του δήμου είναι ελληνική επινόηση.
Σε αντίθεση με ανατολικές δεσποτείες καθώς και με ποικίλες βάρβαρες ή ημιβάρβαρες φυλές της ευρωπαϊκής ηπείρου όπου συνηθιζόταν οι ηγεμόνες να έχουν δικαιώματα ζωής και θανάτου στους υποτελείς πληθυσμούς, στην Ελλάδα απέκτησε ειδικό βάρος η πλειοψηφία.
Και τώρα, «στη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία» (όπως… επιμένει και το κλισέ χιλιετιών) φθονούμε διάφορες δυτικές χώρες όπου αναπτύσσονται κραταιά εθνικά – πατριωτικά κινήματα, ονειδίζοντας ταυτόχρονα εαυτούς επειδή μέχρι τώρα δεν τα έχουμε καταφέρει. Εχοντας κάποιος υπ’ όψιν του την ιστορική διαδρομή του κράτους μας και των αγιάτρευτων συλλογικών τραυμάτων (ειδικά εκείνου της Μικρασιατικής Καταστροφής) θα οδηγείτο στο συμπέρασμα ότι δεν θα μπορούσαμε να τα έχουμε καταφέρει.
Υπήρξε μια ευκαιρία μέχρι το 1922 να ευοδωθεί σε μέγα βαθμό η προσπάθεια για εθνική ολοκλήρωση και να επιτευχθεί μέσα στις επόμενες δεκαετίες ένας ικανοποιητικός βαθμός αυτοθέσμισης της κοινωνίας μας. Ομως, το τραύμα που άνοιξε τότε δεν λέει να κλείσει. Μπαλώματα μόνο κάνει με ξένα τσιρότα, που όσο πάνε ξεφτίζουν. Κι η επιρροή Δύσης και Ανατολής εξαλλάχθηκε σε ξενοκρατία. Σε ό,τι αφορά και το ιστορικό βάθος των εξελίξεων (εκείνων, δηλαδή, προ του 1922), μπορεί να διατυπωθεί η άποψη ότι αν ο ρους της ελληνικής Ιστορίας δεν είχε εκτραπεί την 29η Μαΐου 1453 με τη βύθιση στο οθωμανικό έλος, δεν θα υφίστατο αυτή η συνθήκη. Ομως, το παρελθόν δεν κατακτάται και γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπιστούν τα πράγματα ως έχουν.
Σ’ αυτό εδώ το κράτος, που σπαργανώθηκε πολιτικά με τη σύσταση αγγλικού, γαλλικού και ρωσικού κόμματος, είναι αναπόφευκτο να στρέφονται τα βλέμματα προς τα έξω για την άντληση προτύπων, επιχειρηματολογίας, μεθόδων και, δυστυχώς, και πόρων καθώς και πατρώνων (αυτό κι αν είναι κατάντια). Και μόνο που γίνεται αυτό φανερώνει τις προθέσεις και εκείνων που επιθυμούν να πρωταγωνιστήσουν σε πρωτοβουλίες εθνικής επανεκκίνησης και όσων επιδιώκουν να στηρίξουν μια τέτοια προσπάθεια. Με την προσοχή στραμμένη εξωτερικά και όχι εσωτερικά, πρέπει να θεωρείται δεδομένη η αποτυχία.
Δεν είναι δυνατόν να είναι επαρκείς ηγέτες κινήματος και ικανοί για μια τιτάνια προσπάθεια ανασύνταξης των δυνάμεων του έθνους κάποιοι που από την πρώτη κιόλας ημέρα ξεκινούν από εσφαλμένη αφετηρία. Αν επιδιώκεις να κάνεις κάτι «σαν τους Γερμανούς», «σαν τους Γάλλους» ή «σαν τους Βέλγους και τους Ολλανδούς», έχεις συντονισμένη την προσοχή σου στη συχνότητα ενός αξιοθρήνητου πιθηκισμού αλλότριων τρόπων και ηθών. Γυρεύεις να συνθέσεις κάτι που θα αφορά την Ελλάδα στα χαρτιά, αλλά η ουσία της θα είναι διαφορετική. Η ελληνική ιδιαιτερότητα είναι τόσο μεγάλη και κραυγαλέα ώστε δεν υπάρχει η παραμικρή δυνατότητα μακροημέρευσης ξένων «κλώνων».
Εξουσία, δανεική, υπό όρους και ασφυκτικά ετερόφωτη μπορεί να δοθεί σε ένα τέτοιο σχήμα. Ωστόσο, δεν πρόκειται να ωφελήσει το έθνος, γιατί δεν θα έχει νοηματοδοτηθεί μέσα από την ταυτότητα και τις ανάγκες του και θα έχει σχεδιαστεί με βάση άλλα «μοντέλα». Η πρώτη και βασικότερη όλων προϋπόθεση για τη δημιουργία ισχυρού πατριωτικού, ελληνικού κινήματος είναι η… ελληνικότητά του! Επηρεασμοί αναπόφευκτα θα υπάρξουν. Δεν υπάρχουν στεγανά, υλικά και πνευματικά, στην ανθρωπότητα. Ομως, είναι άλλο πράγμα μια διαλεκτική σχέση με τα ξένα κινήματα και ρεύματα ιδεών κι άλλο οι θλιβερές απομιμήσεις ρούχων που ποτέ δεν μας ταίριαζαν και πάντοτε μας… στένευαν. Γιατί είναι και στενό και στενάχωρο να παρασιτείς ιδεολογικά, πολιτικά, οικονομικά.
Η συνέχεια στο επόμενο…

