Το δεύτερο «τρελό» φονικό δεν ήταν απρόβλεπτο, ήταν προαναγγελθέν. Οταν ένας άνθρωπος έχει δολοφονήσει τη μητέρα του, έχει καταδικαστεί, έχει εκτίσει μόλις τέσσερα χρόνια φυλάκισης και στη συνέχεια αφήνεται ελεύθερος χωρίς ουσιαστική επιτήρηση, τότε η Πολιτεία δεν μπορεί να παριστάνει την έκπληκτη όταν ο φονιάς επιστρέφει στο έγκλημα. Κι αυτή τη φορά με θύμα τον πατέρα του!
Δεν είναι απλώς ακόμα ένα αποτρόπαιο οικογενειακό δράμα. Πρόκειται για ωμή αποτυχία του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, του σωφρονιστικού μηχανισμού και της κρατικής μέριμνας για την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Ενας άνθρωπος με ιστορικό ακραίας βίας, με σαφή ένδειξη επικινδυνότητας κρίθηκε -τυπικά και γραφειοκρατικά- έτοιμος να επιστρέψει στην κοινωνία. Με ποια κριτήρια; Με ποια ευθύνη;
Η αποφυλάκιση καταδικασμένων για ανθρωποκτονία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως λογιστική πράξη ημερών και ποινών. Οταν μιλάμε για ενδοοικογενειακή βία τέτοιας έντασης, η αξιολόγηση του δράστη οφείλει να είναι αυστηρή, συνεχής και πολυεπίπεδη. Οχι τυπικές γνωματεύσεις της τελευταίας στιγμής, όχι ελλιπείς έλεγχοι, όχι «τυφλή» εφαρμογή ευεργετικών διατάξεων.
Πού ήταν η υποχρεωτική ψυχιατρική παρακολούθηση; Πού ήταν οι μηχανισμοί επιτήρησης; Ποιος ανέλαβε την ευθύνη να ελέγξει αν αυτός ο άνθρωπος μπορούσε πράγματι να ζήσει ελεύθερος χωρίς να αποτελεί θανάσιμη απειλή για το περιβάλλον του; Και, κυρίως, ποιος θα λογοδοτήσει τώρα;
Η κοινωνία δεν μπορεί να συνεχίσει να μετρά νεκρούς στο όνομα μιας στρεβλής «επανένταξης», που συχνά λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και χωρίς προστατευτικά φίλτρα. Η Δικαιοσύνη δεν τελειώνει στην έκδοση μιας απόφασης· συνεχίζεται στην πρόληψη του επόμενου εγκλήματος.
Αυτή η δολοφονία δεν βαραίνει μόνο τα χέρια του δράστη. Βαραίνει και όσους τον άφησαν ελεύθερο γνωρίζοντας -ή όφειλαν να γνωρίζουν- τον κίνδυνο. Και αυτό είναι το πιο σκοτεινό και ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης.
Στην Ελλάδα, το περίφημο «σωφρονιστικό σύστημα» ουσιαστικά δεν υπάρχει. Επαφίεται στο φιλότιμο μερικών έντιμων υπαλλήλων και στο «ψώνιο» κάποιων αρχιφυλάκων και διευθυντών φυλακών ή σωφρονιστικών καταστημάτων.
Οσο για το πώς λειτουργεί η Δικαιοσύνη, ας το αφήσουμε, καλύτερα. Πενήντα υποθέσεις σε μια ημέρα βρίσκονται στα πινάκια! Και τα δικαστήρια δικάζουν με ρυθμό πολυβόλου. Ποιος μπορεί να δώσει βάση σε μια τέτοια κατάσταση; Είναι -λέει- γεμάτες οι φυλακές. Μα, πώς να μην είναι, όταν στην Ελλάδα προφυλακίζονται -και καταστρέφονται- άνθρωποι για 18 μήνες «για ψύλλου πήδημα;». Πώς να μη γεμίζουν οι φυλακές όταν στέλνονται «μέσα» λαθρομετανάστες, αλλοδαποί που πρέπει να απελαθούν, πολίτες που χρωστούν στο κράτος και δεν έχουν τα χρήματα για να πληρώσουν; Μεγάλο θέμα το Σωφρονιστικό. Και πολύ δύσκολο.
Από τη στήλη «Ακίς» της «Δημοκρατίας»


