Η ελληνική γλώσσα επώασε και γέννησε φιλοσοφία, θέατρο, επιστήμες. Εχτισε Παρθενώνες με λέξεις. Σήμερα χτίζει στόρις, ποσταρίσματα και κονσεπτουάλ καταστάσεις! Αν η γλώσσα ήταν άνθρωπος, θα είχε ήδη καταθέσει ασφαλιστικά μέτρα εναντίον μας. Και θα τα κέρδιζε, σίγουρα!
Ο σύγχρονος Ελληνας δεν μιλά, κάνει απντέιτ. Δεν έχει πρόβλημα, αλλά πρόμπλεμ. Και δεν στενοχωριέται, αλλά είναι σε μια φάση. Παλιά λέγαμε «πρόκληση», τώρα λέμε «τσάλεντζ»! Η δολοφονία της γλώσσας αρχίζει από τα απλά, ύπουλα. «Θα κάνουμε έναν καφέ». Μήπως θα τον συναρμολογήσουμε με βίδες; «Εχω ένα άγχος», αλλά δεν μπορείς να έχεις δύο! Η γλώσσα προσπαθεί να αντισταθεί, αλλά πνίγεται μέσα σε προθέσεις που μπαίνουν όπου να ‘ναι και άρθρα που φυτρώνουν σαν αγριάδα.
Και μετά έρχονται τα γκρίκλις. Το τελειωτικό χτύπημα! «Ti kaneis re file? Ola kala?» Ενα υβρίδιο που δεν είναι ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά, είναι κάτι σαν γλωσσικό τουρλού. Η ορθογραφία, κάποτε περήφανη, σήμερα ζει σε καθεστώς εξορίας. Το «ότι» και το «ό,τι» έχουν πάψει να μιλούν μεταξύ τους.
Η τεχνολογία, λένε, φταίει. Αλλά όχι. Το οτοκορέκτ του κινητού έχει παραιτηθεί εδώ και χρόνια. Δεν προλαβαίνει. Βλέπει, «εντάξη μορέ, όλα καλά» και απλώς κλείνει τα μάτια. Τα ιμότζι έχουν αναλάβει καθήκοντα επιθέτων, επιρρημάτων και ψυχοθεραπευτών. Ενα φατσάκι αντικαθιστά τρεις παραγράφους. Ενα άλλο λύνει φιλοσοφικές διαφορές. Ο Αριστοτέλης, αν είχε ιμότζι, ίσως να μην έγραφε καν «Ηθικά Νικομάχεια». Θα έστελνε ένα ιμότζι, πάπαλα.
Και μέσα σε όλα η υπερβολή. «Πέθανα στα γέλια». «Επαθα εγκεφαλικό». «Καταστράφηκα»! Γιατί αν δεν πεθάνεις τρεις φορές σε μια συζήτηση, δεν θεωρείσαι εκφραστικός. Η γλώσσα όμως δεν αντέχει τόσες κηδείες. Το πιο πικρό; Δεν φταίει κανείς ξένος. Δεν ήρθαν βάρβαροι να μας την πάρουν. Δεν χρειάστηκε εισβολή. Την παραδώσαμε μόνοι μας, με ένα «γουατέβερ, μωρέ» και ένα «σιγά, όλοι καταλαβαίνουν». Και ναι, όλοι καταλαβαίνουν. Αλλά μήπως αυτό δεν είναι το ελάχιστο; Η γλώσσα δεν είναι απλώς εργαλείο συνεννόησης. Είναι μνήμη, είναι σκέψη, είναι τρόπος να βλέπεις τον κόσμο. Οταν τη φτωχαίνεις, φτωχαίνεις κι εσύ.
Βέβαια, ας μην είμαστε υπερβολικοί, άλλωστε, είπαμε, πεθαίνουμε εύκολα τελευταία. Η ελληνική γλώσσα έχει επιβιώσει από αυτοκρατορίες, πολέμους, κατοχές και λογοκρισίες. Ισως επιβιώσει και από τα «θα σε πάρω πίσω» και τα «κάνω απλά». Αλλά κάπου εκεί, ανάμεσα σε ένα «ρε φίλε» και ένα «ΟΚ, κουλ», ακούγεται ένας ψίθυρος. Είναι η γλώσσα που δεν πέθανε και μας θυμίζει τα λόγια του Σεφέρη: «Ὁ Θεὸς μᾶς χάρισε μιὰ γλῶσσα ζωντανή, εὔρωστη, πεισματάρα καὶ χαριτωμένη, ποὺ ἀντέχει ἀκόμη, μολονότι ἔχουμε ἐξαπολύσει ὅλα τὰ θεριὰ γιὰ νὰ τὴ φάνε». Αντισταθείτε!
Η ΑΚΙΣ


