Καλεσμένος πρόσφατα σε εκδήλωση στο Ναύπλιο, με αφορμή την έκδοση των «Απάντων» του αείμνηστου Περικλή Κοροβέση, ο ακατάβλητος εκφωνητής του Πολυτεχνείου Δημήτρης Παπαχρήστος αιφνιδίασε το πολυπληθές κοινό του όταν ρώτησε ξαφνικά «ποιος από σας ξέρει ποιος ήταν ο Απόστολος Μαυρογένης;» Στην αίθουσα απλώθηκε σιγή. Κι ο παραστατικός Παπαχρήστος άρχισε να ιστορεί.
- Γιώργος Χατζηδημητρίου
Ο Κυκλαδίτης, από την Πάρο, αλλά με καταγωγή από την Κρήτη Απόστολος Μαυρογένης, ο πρώτος στρατιωτικός ιατρός της αναγεννηθείσης Ελλάδος, ήταν γόνος της μεγάλης οικογένειας των Μαυρογένηδων, που έζησε σε τρεις αιώνες (γεννήθηκε το 1792) και πέθανε 114 ετών το 1906 και τον αποκαλούσαν «παππού όλων των Ελλήνων».
Η Επανάσταση του 1821 βρήκε τον Μαυρογένη στην Ιταλία να ολοκληρώνει τις σπουδές του. Το νέο του ξεσηκωμού τον ενθουσίασε και χωρίς δεύτερη σκέψη εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο και έπειτα από ένα περιπετειώδες ταξίδι έφτασε μαζί με επτά Ιταλούς συντρόφους του στην επαναστατημένη Ελλάδα. Αμέσως γνωρίστηκε με τον Κολοκοτρώνη, τον οποίο είχε ακολουθήσει στον θρίαμβο στα Δερβενάκια, τον Παπαφλέσσα και τον Νικήτα Σταματελόπουλο (τον φοβερό Νικηταρά).
Κατά τη διάρκεια του Αγώνα πολύ λίγοι γιατροί προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στα ελληνικά στρατόπεδα κι η συντριπτική πλειονότητα ήταν ξένοι. Γενικά οι υγειονομικές υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα ήταν ανύπαρκτες και πολύ συχνά οι σοβαροί τραυματισμοί στη μάχη οδηγούσαν σε σίγουρο θάνατο. Εξ ου και τα πρόσωπα που γνώριζαν ακόμη και τις βασικές αρχές της ιατρικής επιστήμης είχαν μεγάλο κύρος στους επαναστατημένους Ελληνες.
Η εφημερίδα «Εμπρός» θα γράψει την επομένη της εκδημίας του (7/11/1906):
«Χθες την μεσημβρίαν έκλεισε διά παντός τους οφθαλμούς και το τελευταίον λείψανον της γιγαντομαχίας του 1821. Ο σιδηρούς ούτος γέρων εγεννήθη το 1792 εν Πάρω, υπό γονέων λίαν ευκαταστάτων, των αρχόντων της γαληνιαίας ταύτης νήσου του Αιγαίου.
Οι γονείς του μετέβησαν εις Μυτιλήνην παρά τινι συγγενεί των, αλλ’ ένεκα αμειλίκτων διωγμών των Τούρκων η οικογένεια διεσπάρη και ο Απόστολος Μαυρογένης, μειράκιον μόλις, φεύγων τους διωγμούς, απήλθεν εις Βιέννην πλησίον του αυτόθι θείου του Στεφάνου Μαυρογένη, πρεσβευτού τότε της Τουρκίας. Είτα κατελθών εις Ιταλίαν εξεπαιδεύθη εις τα Πανεπιστήμια της Πίσσης και Παβίας όπου εσπούδασε Ιατρική. Είχεν αναγορευθεί ιατρός, ότε η φωνή της πατρίδος έφθασε μέχρις αυτού. Ο ιατρός δεν εδίστασεν. Λαμβάνει μεθ’ εαυτού επτά ενθουσιώδεις νέους φίλους του, τέκνα ευγενών οικογενειών της Ιταλίας, και μετά μικρόν συναντάται επί των ορέων της Πελοποννήσου μετά των απίστων, των βαρβάρων κατακτητών, προς ους μάχεται ως λέων».
Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, που διακόνησε και τη δημοσιογραφία, τον είχε γνωρίσει και κατέγραψε μια ανάμνησή του. «Η μάχη που ενθυμούμαι ακριβώς ήταν η μάχη της Βέργας. Σαν τώρα θυμάμαι τις θέσεις ακριβώς τας οποίας είχον οι Μαυρομιχαλαίοι, οι Καπετανάκηδες, ο Μούρτζινος…».
Στη μάχη της Βέργας, Ιούνιο του 1826, δοξάστηκαν η πολεμική αρετή και το σθένος της Μάνης. Κι όχι μόνο των ανδρών, αλλά και των γυναικών, οι οποίες στη μάχη του Διρού με τα δρεπάνια τους, καθώς ήταν εποχή θέρους, στρώσανε στο κυνήγι Αιγύπτιους και Τουρκαλβανούς και ματαίωσαν τον αντιπερισπασμό που επιχείρησε ο Ιμπραήμ απαιτώντας προσκυνοχάρτια από τους αδούλωτους Μανιάτες!
Από τη στήλη «Σχοινί κορδόνι» της «Δημοκρατίας»


