Η Θεσσαλονίκη τα έχει όλα. Ενα απίστευτο παραλιακό μέτωπο, ανοιχτό και καλόκαρδο -όπως συνηθίζουν να λένε οι κάτοικοί της- μακραίωνη ιστορία, με τα πολιτιστικά και θρησκευτικά μνημεία να στέκουν αδιάψευστοι μάρτυρες, γαστρονομία αξιώσεων, διασκέδαση μέχρι το πρωί, φιλόξενους ανθρώπους, παραδοσιακές αγορές, καλά ξενοδοχεία και μερικά παγκοσμίου εμβέλειας αξιοθέατα σε απόσταση αναπνοής: Βεργίνα, Πέλλα, Δίον, Ολυμπος, Αγιον Ορος. Παρά ταύτα και παρά την παραδοχή όλων και όχι μόνο των ντόπιων ότι σαν τη Θεσσαλονίκη… δεν έχει (η έκφραση δανεισμένη από τη Χαλκιδική, αλλά ισχύει και σε αυτή την περίπτωση), η πόλη έχει αποτύχει τουριστικά. Τι κι αν πρόσφατα μπήκε στο top 20 των προορισμών του «National Geographic»… Οι περισσότεροι στο εξωτερικό δεν τη γνωρίζουν και συνεπώς δεν την επιλέγουν ως τουριστικό προορισμό. Η έλλειψη πολιτικής βούλησης με περιεχόμενο, πέρα από το θεαθήναι, η απουσία συντονισμένων ενεργειών στο μέτωπο του τουρισμού, η αδυναμία των τοπικών φορέων να συνεννοηθούν και να τα βρουν μεταξύ τους, αφήνοντας κατά μέρους τις προσωπικές τους επιδιώξεις και ατζέντες, έχουν δημιουργήσει μια ασφυκτική κατάσταση που δεν επιτρέπει να «ανθήσει» ένας προορισμός, ο οποίος τίποτα δεν έχει να ζηλέψει από άλλες ευρωπαϊκές πόλεις που απολαμβάνουν μεγάλη τουριστική κίνηση. Με έναν Οργανισμό Τουρισμού ουσιαστικά ανενεργό, αφού τελευταία ασχολείται κατά κύριο λόγο με το πώς θα πληρωθούν τα χρήματα που οφείλονται στη χαμηλού κόστους αεροπορική εταιρία Ryanair στο πλαίσιο της μεταξύ τους αμφιλεγόμενης συμφωνίας, και με το μπαϊράκι του καθενός υψωμένο σε διαφορετική κατεύθυνση, ο τουρισμός στην πόλη έχει βαλτώσει. Τελευταία, μάλιστα, οι Τουρκικές Αερογραμμές (Turkish Airlines) εμφανίζονται πιο δραστήριες στην προβολή του προορισμού από τους ντόπιους φορείς, γεγονός που δεν είναι λίγοι στην πόλη που το θεωρούν παθογένεια.
«Είναι σαν να έχεις τα πιο αγνά και ποιοτικά υλικά για να φτιάξεις το τελειότερο φιλέτο σατομπριάν και να το καις στο ψήσιμο. Αυτή είναι η ιστορία του τουρισμού της πόλης» σημειώνει χαρακτηριστικά στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο πρόεδρος της Ενωσης Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης και αντιπρόεδρος του τοπικού Οργανισμού Τουρισμού Αριστοτέλης Θωμόπουλος.
Επί δεκαετίες η πόλη είχε αρκεστεί στα λίγα. Ηταν και η δυσκολία της σύνδεσής της με τη Δυτική Ευρώπη, με τον σκόπελο των βαλκανικών συνόρων, οπότε υπήρχε μια δικαιολογία. Αυτό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Η Θεσσαλονίκη, όμως, συνέχιζε επί χρόνια να εξαρτάται σε ποσοστό 75%-80% από τους Ελληνες τουρίστες, κάτι που πολύ αργότερα, όταν ξέσπασε η κρίση, άφησε το σημάδι του, αφού η ελληνική αγορά χάθηκε εν μια νυκτί, αφήνοντας τους ξένους, Τούρκους, Ρώσους, Ισραηλινούς και Βαλκάνιους, να… προσπαθούν να αναπληρώσουν τα κενά.
Κάποιες δειλές προσπάθειες έγιναν από το 2000 και έπειτα, με τη δημιουργία του Convention Bureau (Γραφείου Συνεδρίων) και την προσπάθεια προσέλκυσης διεθνών συνεδρίων και μαζί των ευκατάστατων συνέδρων, που συνήθως δαπανούν περισσότερα από έναν μέσο τουρίστα. Η προσπάθεια απέτυχε, αφού το ενδιαφέρον εκδηλώθηκε κυρίως από τους ξενοδόχους, χωρίς τη συμβολή περισσότερων φορέων στο εγχείρημα. Η δεύτερη απόπειρα ήρθε με τον Οργανισμό Τουριστικής Προβολής και Μάρκετινγκ του νομού Θεσσαλονίκης το 2005, μια πρωτοβουλία του τότε νομάρχη Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Ψωμιάδη. Ο σχεδιασμός φιλόδοξος, έβαλε τους φορείς της πόλης γύρω από ένα τραπέζι με σκοπό να υπάρξει συντονισμός, συνεργασία και αποτέλεσμα. Από το Επαγγελματικό Επιμελητήριο μέχρι το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο και από τον ΟΛΘ μέχρι τη νομαρχία, όλοι συμμετείχαν με τον οβολό τους, με 700.000 ευρώ αρχικό μετοχικό κεφάλαιο, για να προωθηθεί η πόλη στο εξωτερικό. Παρά τις καλές προθέσεις, ούτε αυτή η προσπάθεια ευοδώθηκε, αφού οι άτυχες συχνά επιλογές στελεχών άφησαν το στίγμα τους. Η απουσία στρατηγικού σχεδιασμού απογοήτευσε πολλούς φορείς μέλη, με συνέπεια τις πρώτες αποχωρήσεις, που ξεκίνησαν το 2008 από το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, που άνοιξε τον χορό.
«Τι έχει δηλαδή η Βαρκελόνη που δεν έχει η Θεσσαλονίκη; Χρησιμοποιώ αυτή την υπερβολή για να δείξω ότι η πόλη όχι μόνο έχει φόντα για να προσελκύσει διεθνή τουρισμό, αλλά ίσως και περισσότερα από πολλές άλλες αναγνωρίσιμες τουριστικά πόλεις» σημειώνει ο κ. Θωμόπουλος και… ρίχνοντας λίγο τον πήχη, τονίζει ότι η Θεσσαλονίκη δεν έχει τίποτα να ζηλέψει, για παράδειγμα, από πόλεις όπως η Βαλένθια, που κατάφερε να κερδίσει το στοίχημα του τουρισμού.
Ο κ. Θωμόπουλος, παρότι ο ίδιος συμμετέχει στον Οργανισμό Τουρισμού Θεσσαλονίκης, ρίχνει ευθύνες στον δήμαρχο Γιάννη Μπουτάρη για τη δεύτερη περίοδο του Οργανισμού Τουρισμού, όταν εκείνος ανέλαβε την προεδρία του και κυρίως για την επιλογή του να τον δέσει στο άρμα της Ryanair με μια συμφωνία που τον επιβάρυνε οικονομικά, χωρίς να φέρει τους αναμενόμενους καρπούς. «Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει καπετάνιος στο τιμόνι του Οργανισμού. Ακόμη περιμένουμε τις πρωτοβουλίες Μπουτάρη. Οι πολιτικοί που δημιούργησαν τον γόρδιο δεσμό πρέπει και να τον κόψουν» σημειώνει.
«Φτάνουν οι πολιτικοί. Να ασχοληθούν οι επαγγελματίες»
Με την προβολή της Θεσσαλονίκης ασχολούνται άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση με τον τουρισμό, σύμφωνα με τον Μιχάλη Ζορπίδη, πρόεδρο του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου και ιδιοκτήτη του γνωστού ομώνυμου ταξιδιωτικού οργανισμού. «Καλοί είναι και οι πολιτικοί και οι προθέσεις τους, όμως χωρίς τους επαγγελματίες που γνωρίζουν τον κλάδο δουλειά δεν γίνεται. Τι να τους κάνω τους εκπροσώπους της Αυτοδιοίκησης στα τουριστικά περίπτερα των διεθνών εκθέσεων, πέρα από μερικές ωραίες φωτογραφίες;» τονίζει ο κ. Ζορπίδης. Η καθημερινή του επαφή με τους ξένους τουρίστες τον έχει κάνει να αναρωτηθεί γιατί αφήνουμε τη Θεσσαλονίκη στο έλεος του θεού. «Εχουμε τον Θερμαϊκό. Εχουμε βουνό και θάλασσα. Εχουμε απίστευτα μνημεία. Εχουμε τόσες ομορφιές σε πολύ μικρή απόσταση και τα αφήνουμε όλα αναξιοποίητα» εξηγεί. «Παρόλο που στους ξένους αρέσει η πόλη, φεύγουν με κακές εντυπώσεις, εξαιτίας της αταξίας και της γκετοποίησης ακόμα και σε κεντρικές πλατείες, εξαιτίας της έλλειψης υποδομών» σημειώνει και αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι οι τοπικοί φορείς δεν έχουν φαντασία, ούτε έχουν ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα.
Ως πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου είναι από τους πρώτους που αποχώρησε από τον Οργανισμό Τουρισμού, επί της πρώτης του θητείας, τον οποίο χαρακτηρίζει σήμερα ανύπαρκτο. «Προσπαθούμε όλοι. Οι προσπάθειες όμως είναι αποσπασματικές και σε τελική ανάλυση δεν κάνουν τη διαφορά» εξηγεί, αναφερόμενος και στο Φεστιβάλ Τουρισμού που σχεδιάζει το ΕΕΘ στο επόμενο διάστημα στη Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με τον ίδιο, η πόλη έχει αποτύχει τουριστικά και πρέπει, για να γίνει κάτι, οι άνθρωποι που την αγαπούν και έχουν σχέση με τον τουρισμό να καθίσουν όλοι μαζί, να ενώσουν τις δυνάμεις τους χωρίς προσωπικές αντιδικίες και να αναδείξουν την πόλη.
Μαρία Μαθιοπούλου

