Μπορεί να μετρηθεί ο πόνος; Και τι αφήνει πίσω του; Για πρώτη φορά επιστήμονες στις ΗΠΑ πιστεύουν ότι μπορούν να απαντήσουν με ακρίβεια σ’ αυτά τα ερωτήματα, αφού κατάφεραν με μια ειδική μέθοδο να υπολογίσουν τον πόνο που μπορεί να νιώθει κανείς, διαπιστώνοντας παράλληλα ότι αφήνει ένα ίχνος στον εγκέφαλο ή αλλιώς μια νευρολογική «υπογραφή»!
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του πανεπιστημίου Colorado Boulder, σε συνεργασία με επιστήμονες από τα πανεπιστήμια Ν. Υόρκης, Τζονς Χόπκινς και Μίσιγκαν, οι οποίοι είναι βέβαιοι ότι θα μπορέσουν να αναπτύξουν μεθόδους που θα μετρούν με ακρίβεια την ένταση του πόνου και θα διευκολύνουν την αντιμετώπισή του.
Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν ειδικές τεχνικές, με τις οποίες ανέλυσαν εικόνες από τον εγκέφαλο 114 ατόμων που είχαν εκτεθεί σε διάφορα επίπεδα θερμοκρασίας, από μια γλυκιά θερμότητα μέχρι αφόρητη ζέστη. Οπως διαπίστωσαν, στον εγκέφαλο των συμμετεχόντων υπήρχε ένα «μοτίβο» που έδειχνε με ακρίβεια πόσο πόνο αισθανόταν κανείς λόγω της ανυπόφορης ζέστης.
Μάλιστα, με έκπληξη ανακάλυψαν επίσης ότι ο πόνος αφήνει μια νευρολογική «υπογραφή», η οποία δεν διαφέρει από άτομο σε άτομο, γεγονός που διευκολύνει τους ειδικούς να κάνουν εκτιμήσεις για το πόσο πόνο ή ενόχληση μπορεί να αισθάνεται κανείς, με ακρίβεια τουλάχιστον 90%! Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η έκπληξή τους όταν διαπίστωσαν ότι αυτή η υπογραφή ήταν συγκεκριμένη για τον σωματικό πόνο – παλαιότερες μελέτες έδειξαν ότι ο πόνος για κοινωνικούς λόγους είναι παρόμοιος με τον σωματικό σε ό,τι αφορά την εγκεφαλική δραστηριότητα που παράγει.
Ωστόσο, όταν οι επιστήμονες αναζήτησαν την ύπαρξη της νευρολογικής «υπογραφής» και για τον συναισθηματικό πόνο, διαπίστωσαν ότι στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχε. «Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει κανένας κλινικά αποδεκτός τρόπος μέτρησης του πόνου και των άλλων συναισθημάτων, πέρα από το να ρωτήσει κανείς τον ασθενή πώς αισθάνεται» ανέφερε ο Tor Wager, αναπληρωτής καθηγητής ψυχολογίας και νευροεπιστήμης και βασικός συντάκτης της έκθεσης.
Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύονται στην επιθεώρηση «New England Journal of Medicine».
Αλεξάνδρα Χυδηριώτη


