Δέκα το πρωί στη Βαρβάκειο, μέσα από το… σύννεφο τσίκνας που (ήδη) σκεπάζει την πλατεία μπροστά στην Κεντρική Κρεαταγορά της Αθήνας, ξεπροβάλλει ένα ανθρώπινο «κορδόνι» 30 μέτρων με ηλικιωμένους, αστέγους, ανέργους αλλά και… επαγγελματίες τζαμπατζήδες! Οι ψησταριές έχουν πάρει φωτιά και η μυρωδιά από το χοιρινό, το κοτόπουλο, το αρνάκι και τα λουκάνικα που «ξαπλώνουν» στα κάρβουνα «παίζει» με την υπομονή των περίπου 400 ανθρώπων που στέκονται από τις 9.00 πίσω από τα προστατευτικά κιγκλιδώματα για λίγο δωρεάν κρέας, μια φέτα ψωμί και ένα ποτηράκι κρασί.
«Πόσο θα περιμένουμε ακόμα; Γέροι είμαστε, δεν αντέχουμε!» διαμαρτύρονται κάποιοι και ο πρόεδρος των κρεοπωλών της Βαρβακείου Κλεάνθης Τσιρώνης δίνει το… σύνθημα για να αρχίσει το σερβίρισμα! «Γενναίες μερίδες να βάζετε, έχουμε 1,5 τόνο κρέας» φωνάζει στους υπευθύνους για τον μπουφέ. Μέσα σε δευτερόλεπτα η πλατεία γεμίζει πλαστικά πιάτα και ποτήρια, παππούδες και γιαγιάδες που… εξαφανίζουν λαίμαργα τα μεζεδάκια της Τσικνοπέμπτης ή γεμίζουν πλαστικά τάπερ για να τσικνίσουν στο σπίτι, αστέγους που προσπαθούν να ξεγελάσουν την πείνα τους, περαστικούς που ξεκοκαλίζουν χοιρινά παϊδάκια «για το καλό της ημέρας», αλλά και… πονηρούς που προσπαθούν να εξασφαλίσουν και δεύτερη μερίδα, δήθεν για «τη σύζυγο που ψωνίζει απέναντι», ή να παρακάμψουν την ουρά.
Δύο υπάλληλοι του Δήμου Αθηναίων εκτελούν χρέη… τροχονόμου. «Πίσω θα περάσετε, όπως όλοι. Είναι άδικο για εκείνους που περιμένουν» επαναλαμβάνουν κάθε τόσο. Ενας άνδρας γύρω στα 65 προσπαθεί να τις συγκινήσει παριστάνοντας ότι κουτσαίνει. Δίπλα του, κάποιος άλλος ποντάρει στη… γνωριμία του με τον ψήστη. «Κοίτα που χρειάζεται μέσο και για την Τσικνοπέμπτη!» σχολιάζει ένας παππούς, αδειάζοντας το πιάτο του.
Το καθιερωμένο γλέντι των κρεοπωλών της Βαρβακείου και του Δήμου Αθηναίων θυμίζει (για ακόμα μια χρονιά) συσσίτιο για φτωχούς κι απελπισμένους. Στην ουρά για τον μπουφέ, που όσο περνάει ή ώρα μεγαλώνει, ακούγονται μόνο ελληνικά. Οι μετανάστες είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Ηλικιωμένοι που βαδίζουν με δυσκολία, κρατώντας σφιχτά τα μπαστούνια τους, ευχαριστούν τους σερβιτόρους με ένα χαμόγελο. Μια γυναίκα «κρύβεται» στην κουκούλα του παλτού και στα γυαλιά ηλίου της για να αποφύγει τις τηλεοπτικές κάμερες και τους φωτογραφικούς φακούς. Μερικοί γκρινιάζουν ότι οι μερίδες είναι μικρές: «Χάθηκε να βάλετε μισό λουκάνικο ακόμα; Με όσπρια τη βγάζουμε!»
Λίγο μετά τις 12.00, ενώ έχουν ήδη σερβιριστεί περισσότερα από 1.000 άτομα, ακούγονται αποκριάτικες μελωδίες από την μπάντα του Εργαστηρίου Ελληνικής Μουσικής του Δήμου Αθηναίων. Μόνο που σχεδόν κανείς δεν έχει κέφι για τραγούδια και χορούς. Η παρουσία των μουσικών με τις κατακόκκινες, καλοσιδερωμένες στολές στην πλατεία της Βαρβακείου μοιάζει μάλλον με… παραφωνία.
Γεράσιμος Κόντος


