O Ακης Τσοχατζόπουλος είναι ο πρώτος και μέχρι στιγμής ο μοναδικός πρώην υπουργός που έχει καταδικαστεί σε κάθειρξη 20 ετών για το αδίκημα του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος, το οποίο αφορά «χρυσές μίζες» για την προμήθεια εξοπλιστικών προγραμμάτων. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν εμπόδισε το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας, στο οποίο δικάστηκε για το αδίκημα της ανακριβούς δήλωσης «πόθεν έσχες» να του αναγνωρίσει το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, και να τον ρίξει στα… μαλακά.
Σύμφωνα με την ετυμηγορία του δικαστηρίου, ο πρώην υπουργός καταδικάστηκε, κατά συγχώνευση, σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών και έξι μηνών, μετατρέψιμη προς δέκα ευρώ ημερησίως και με χρηματικό πρόστιμο 210.000 ευρώ. Δύο δικαστές, μάλιστα, είχαν την άποψη ότι έπρεπε να επιβληθεί ακόμα μικρότερη ποινή φυλάκισης (τεσσάρων ετών) στον Ακη Τσοχατζόπουλο.
Με την ίδια απόφαση το δικαστήριο διέταξε τη δήμευση του ακινήτου της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, το οποίο ο κ. Τσοχατζόπουλος είχε «ξεχάσει» να συμπεριλάβει στη δήλωση «πόθεν έσχες» του 2010, ενώ αποφάσισε και τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του για τρία έτη. Πρωτόδικα, στον πρώην υπουργό είχε επιβληθεί ποινή κάθειρξης οκτώ ετών, χωρίς αναστολή και αναγνώριση ελαφρυντικών. Νωρίτερα, η εισαγγελέας της έδρας Κατερίνα Πιστόλη είχε ζητήσει την ενοχή του πρώην υπουργού, κάνοντας λόγο για «ηθελημένη εκ μέρους του απόκρυψη του περιουσιακού στοιχείου του στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου, τονίζοντας ότι «άγνοια νόμου δεν συγχωρείται σε κανέναν, πολλώ δε μάλλον σε πολιτικά πρόσωπα και υπουργούς που είναι περισσότερο υποχρεωμένοι από άλλους πολίτες να γνωρίζουν και όχι να παραβαίνουν τον νόμο».
Στην απολογία του, ο κ. Τσοχατζόπουλος παραδέχτηκε το «λάθος» του, αλλά έκανε λόγο για «πλάνη, χωρίς καμία πρόθεση εκ μέρους του».
Βάσω Παλαιού


