Σε ήρωα-αντάρτη του «γλυκού νερού» τείνει να εξελιχθεί ο τέως υπουργός Ανάπτυξης Κωστής Χατζηδάκης, ο οποίος, τώρα, αφού έχει αποχωρήσει -ή για την ακρίβεια απομακρυνθεί- από τον υπουργικό θώκο, έρχεται να μας περιγράψει τα κατορθώματά του. Μάλιστα, έφτασε στο σημείο να ανακοινώσει ότι δύο φορές σκέφτηκε να παραιτηθεί, αλλά μας έκανε τη χάρη τελικά και δεν το έπραξε. Και μπορεί αυτοκριτική για τυχόν λάθη του να μην κάνει ούτε στο ελάχιστο, αλλά να κριτικάρει τους άλλους το γνωρίζει πολύ καλά. Για την απόλυτη αδράνεια επί εποχής του, για τον Κωστή Χατζηδάκη ευθύνονται όλοι οι υπόλοιποι εκτός από τον ίδιο. Ακόμα και για το γάλα, η ρύθμιση για το οποίο πέρασε πριν από τρεις μήνες κινδυνεύοντας να τινάξει στον αέρα την κυβέρνηση, το μόνο που κατάφερε ήταν να ανεβάσει τις τιμές, παρά τις περί του αντιθέτου δεσμεύσεις του. Μέχρι και ο συνάδελφός του βουλευτής της Ν.Δ. Μάξιμος Χαρακόπουλος, σε συνέντευξη που παραχώρησε την Τρίτη στη «δημοκρατία», τον «άδειασε» μεγαλοπρεπώς: «Από τη στιγμή που με μονομερή πρωτοβουλία του υπουργείου Ανάπτυξης άνοιξε η κουβέντα για την επιμήκυνση της διάρκειας ζωής του φρέσκου γάλακτος, οι τιμές πήραν την ανιούσα, προκαλώντας και εισαγγελική παρέμβαση, καθώς οι αυξήσεις αυτές καταγγέλθηκαν ως περίεργες και αδικαιολόγητες» τόνισε ο βουλευτής Λάρισας, αποτυπώνοντας την πραγματικότητα, η οποία συνάδει με την άκρως αποτυχημένη πολιτική του κ. Χατζηδάκη.
Γιατί δεν έκανε πράξη τις σκέψεις του για παραίτηση ο τέως υπουργός Ανάπτυξης; Μα διότι σκεφτόμενος -όπως θέλει να μας πείσει- όχι τον εαυτό του, αλλά το… εθνικό συμφέρον, φοβήθηκε μήπως η αποχώρησή του «δημιουργούσε μεγαλύτερη ένταση». Τροϊκανότερος των τροϊκανών, μαζί με ένα δύο ακόμα υπουργούς, ο Κωστής Χατζηδάκης δεν διστάζει να χαρακτηρίσει αναγκαίες τις «μεταρρυθμίσεις» που τόσο πολύ πονούν την κοινωνία τόσο «για την εικόνα της Ν.Δ.» όσο και «για την Ελλάδα και για το μέλλον μας», επιμένοντας, παρά την απομάκρυνσή του από την κυβέρνηση, στην ίδια λάθος πολιτική. Δεν πρέπει να χαλαρώσουμε και οι συγκεκριμένες… δράσεις πρέπει να συνεχιστούν, είναι το μήνυμα που εκπέμπει σε κάθε δημόσια παρέμβασή του, την ώρα που, παρά την εκδίωξή του από το υπουργείο, ακόμα και τώρα βλέπει ότι τα έκανε όλα εξαιρετικά.
Σε μια κρίση ειλικρίνειας, σε πρόσφατη συνέντευξή του, ομολόγησε ότι ήταν λάθος του που άφησε το υπουργείο του να λέγεται «Ανάπτυξης», σε μια περίοδο «που είχαμε ύφεση 6%… Βαρέθηκα να με ρωτούν πού είναι η ανάπτυξη», ανέφερε.
Ο κ. Χατζηδάκης κάνει λόγο για πλήθος επενδύσεων που γίνονται τελευταία στη χώρα μας, την ίδια ώρα όμως που η ανεργία εξακολουθεί να βρίσκεται σε δυσθεώρητα ύψη και που ιστορικές βιομηχανίες της χώρας έβαλαν λουκέτο ή μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό. Για το πώς μπορούν να συνυπάρχουν αυτά τα δύο μόνον ο ίδιος μπορεί να απαντήσει. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και πρόσφατη αξιολόγηση της ομάδας δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς «με ποσοστό 46,3% του ΕΚΤ η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με τα δύο τρίτα των κρατών-μελών», κάτι για το οποίο προφανώς δεν θα πρέπει ο πρώην υπουργός να είναι υπερήφανος. Την ίδια ώρα, αυτός υποστηρίζει ότι ενόχλησε κοινωνικές ομάδες με τη δράση του μέσα από το υπουργείο. Και όντως είναι η αλήθεια, ωστόσο όχι ολόκληρη. Γιατί η πραγματικότητα είναι ότι κατάφερε να ενοχλήσει έναν ολόκληρο λαό και όχι μόνο λίγες συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, αφού η ανικανότητά του και η εγκληματική αδράνειά του, σε ένα μάλιστα τόσο ευαίσθητο υπουργείο όπως το Ανάπτυξης και σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, μόνο αρνητικές συνέπειες επέφεραν στους πολίτες.
Είχε 17 υπαλλήλους, αλλά «ξέχασε» τη Χίο
Εκείνοι που θα ικανοποιήθηκαν περισσότερο από την αποπομπή του κ. Χατζηδάκη από την κυβέρνηση θα πρέπει να ήταν οι κάτοικοι της Χίου. Κι αυτό γιατί μετά το καλοκαίρι του 2012, όταν το πανέμορφο νησί έγινε παρανάλωμα του πυρός, ο ίδιος, καθ’ ύλην αρμόδιος, δεν υπέβαλε, ως έπρεπε και υποχρεούνταν, αίτημα για παροχή βοήθειας από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλληλεγγύης. Κάποιοι κακεντρεχείς μάλιστα υποστηρίζουν ότι προφανώς, ως βέρος ευγενής Ευρωπαίος με θητεία άλλωστε στις Βρυξέλλες, δεν θα ήθελε να επιβαρύνει κι άλλο τους δανειστές μας.
Ο τέως υπουργός Ανάπτυξης πάντως, παρά το μηδαμινό έργο του, φρόντισε να έχει στο γραφείο του 17 υπαλλήλους. Συγκεκριμένα, όπως διαπιστώνεται από το ΦΕΚ 363 της 25ης Ιουνίου, απασχολούσε 12 υπαλλήλους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο πολιτικό γραφείο του, δύο δημοσιογράφους και τρία άτομα που είχαν σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και τα οποία υπηρετούσαν στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Επενδύσεων Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς (ΕΣΠΑ).


