«Οι εφημερίδες δεν γράφουν, δεν λένε την αλήθεια στον κόσμο για πολλούς και διαφορετικούς -ίσως και αθώους κάποιες φορές- λόγους. Δεν γράφουν την αλήθεια, όταν δεν γνωρίζουν την αλήθεια. Ή απλώς όταν αντλούν πληροφορίες από κάποιον που ούτε εκείνος τη γνωρίζει».
Τα λόγια ανήκουν σε έναν από τους παγκόσμιους θρύλους της δημοσιογραφίας, τον Μπεν Μπράντλι, τον άνθρωπο που επί 23 συναπτά έτη διηύθυνε τη «δημοσιογραφική ορχήστρα» της «Washington Post» και συνέδεσε το όνομά του με την αποκάλυψη του περίφημου σκανδάλου Watergate, το οποίο υποχρέωσε τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον να παραιτηθεί.
Από τα ξημερώματα της Τετάρτης το παγκόσμιο δημοσιογραφικό χωριό είναι φτωχότερο. «Μπεν Μπράντλι, ο θρυλικός διευθυντής της “Washington Post”, πέθανε σε ηλικία 93 ετών» ήταν ο τίτλος με τον οποίο αποχαιρετούσε χθες η αμερικανική εφημερίδα τον άνθρωπο που δίδασκε ότι «η αλήθεια αναδύεται πάντα. Ακόμη κι αν χρειαστεί να περάσουν χρόνια, η αλήθεια στο τέλος πάντα βλέπει το φως της δημοσιότητας».
Από το 1968 έως το 1991, ο Μπράντλι δεν λύγισε ποτέ από το «ειδικό βάρος» μιας είδησης, ακόμη κι αν εκείνη επρόκειτο να κλονίσει τον Λευκό Οίκο. Το γεγονός, άλλωστε, ότι την πολιτικά «καυτή» διετία 1972-1974 καθοδήγησε μαεστρικά τους νεαρούς τότε ρεπόρτερ Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνσταϊν για να αποκαλύψουν το «βαθύ λαρύγγι» και κατ’ επέκταση το δίκτυο παρακολουθήσεων που είχε στήσει ο Νίξον αποτελεί μέχρι σήμερα τον ορισμό του τι σημαίνει «αδέσμευτη δημοσιογραφία».
Μόνο τυχαία, λοιπόν, η «Washington Post» δεν μετατράπηκε επί των ημερών του από μια καθημερινή συμβατική εφημερίδα σε μια από τις πιο δυναμικές και σεβαστές εκδόσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε όλον τον κόσμο – σε μια νευρώδη μηχανή μετάδοσης και ανάλυσης ειδήσεων.
Ο Μπράντλι «έφυγε από φυσικά αίτια» από τη ζωή στο σπίτι του, στην πόλη που αγάπησε, την Ουάσινγκτον. «Οταν πεθάνω», είχε γράψει πριν από χρόνια στα απομνημονεύματά του, «όλοι θα λένε ότι η “Washington Post” πήρε 18 Πούλιτζερ όσο ο Μπράντλι ήταν διευθυντής της. Βλακείες! Οι δημοσιογράφοι μίας εφημερίδας, και όχι οι εκδότες ή οι διευθυντές της, είναι εκείνοι που πραγματικά αξίζουν να πιστωθούν τις επιτυχίες».



