Μία ζωή γεμάτη Ελλάδα, ταγμένη σε ένα καθήκον που κανείς δεν της ανέθεσε αλλά με προθυμία ανέλαβε οικειοθελώς και υπηρετεί έως σήμερα. Μία ζωή γεμάτη στερήσεις, διωγμούς, περιπέτειες, μάχες, αλλά και περίσσια αξιοπρέπεια και θάρρος έχει να θυμάται η 82χρονη Βορειοηπειρώτισσα ηρωίδα Ερμιόνη Πρίγκου. Γνωστή και ως «μάνα των πεσόντων», είναι η γυναίκα που επί επτά δεκαετίες φρόντιζε με συνέπεια τα μνήματα έξι Ελλήνων στρατιωτών που έχασαν τη ζωή τους στη Χειμάρρα, μακριά από τα σπίτια τους, τις μάνες, τις αδερφές και τις συζύγους τους που θα ήταν αυτές οι οποίες θα περιποιούνταν τους τάφους τους. Αυτή την ανιδιοτελή προσφορά της Ελληνίδας-σύμβολο τίμησε πρόσφατα το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, παρουσία του υπουργού Δημήτρη Αβραμόπουλου, του υφυπουργού Ιωάννη Λαμπρόπουλου, του γενικού γραμματέα Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Γεωργίου Σούρλα και του αρχηγού ΓΕΕΘΑ στρατηγού Μιχάλη Κωσταράκου.
Τον Απρίλιο του 1941, στην αρχή του τέλους της εποποιίας του ’40-’41 και στην αυγή της Κατοχής, ήταν μόλις εννιά ετών. Η Χειμάρρα λίγους μήνες πριν (τον Δεκέμβριο του 1940) είχε απελευθερωθεί από τον προελαύνοντα Ελληνικό Στρατό και οι μνήμες των ημερών εκείνων είναι ακόμη νωπές στο μυαλό της κυρίας Ερμιόνης, η οποία με εξαιρετικές λεπτομέρειες περιγράφει στη «δημοκρατία» τις στιγμές που άλλαξαν τη ζωή της.
Oι εισβολείς
«Με την είσοδο του Ελληνικού Στρατού στη Χειμάρρα, στο σπίτι μας, στο Σκουτάρι, εγκαταστάθηκε -μαζί με εμένα και τους γονείς μου- μια διμοιρία. Στα δωμάτια του σπιτιού έμεναν οι αξιωματικοί και στους στάβλους οι στρατιώτες. Με αυτούς τους ανθρώπους όλους αυτούς τους μήνες, μέχρι την οπισθοχώρηση τον Απρίλιο, τρώγαμε και πίναμε μαζί σαν μία οικογένεια. Οταν η μάνα μου έστρωνε τραπέζι, φρόντιζε και για αυτούς, ενώ εκείνοι μάθαιναν σε μένα ποιήματα και χορούς. Είχαμε γίνει πια μια οικογένεια και ακόμα και όταν ο Ελληνικός Στρατός οπισθοχώρησε τους ακολουθήσαμε για μερικές μέρες» θυμάται η κυρία Ερμιόνη.
Η 5η Απριλίου -μία εβδομάδα πριν από την οπισθοχώρηση- είναι η μέρα που η 9χρονη Ερμιόνη ορκίστηκε να μην ξεχάσει ποτέ. Κατά τη διάρκεια μιας ιταλικής επιχείρησης, πέφτουν νεκροί τρεις από τους στρατιώτες που είχαν στρατοπεδεύσει στο σπίτι της οικογένειας. «Τους θάψαμε γρήγορα γρήγορα, με όσες περισσότερες τιμές μπορούσαμε, στην αυλή του σπιτιού. Θυμάμαι ακόμα τους συναδέλφους τους να κλαίνε και έναν από αυτούς πριν πεθάνει να δίνει στον πατέρα μου το πορτοφόλι και την ξυριστική μηχανή του και να του λέει: “Πάρ’ τα, εγώ εκεί που πάω δεν τα χρειάζομαι”. Οι υπόλοιποι τρεις είχαν σκοτωθεί νωρίτερα, ευρισκόμενοι στην πρώτη γραμμή» λέει η κυρία Ερμιόνη.

«Είχα καθήκον να τα φυλάξω, είναι η προίκα μου»
Τα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν βρήκαν την οικογένεια Πρίγκου χωρισμένη, με τον πατέρα φυλακή στα ιταλοκρατούμενα Τίρανα. «Ηταν από τους πρώτους που συνέλαβαν οι Ιταλοί όταν μπήκαν στο χωριό. Το σπίτι ήταν βομβαρδισμένο και καμένο, ενώ οι τάφοι των νεκρών παλικαριών είχαν ανοίξει και τα άρβυλά τους είχαν βγει έξω. Τους θάψαμε και πάλι βιαστικά τη νύχτα για να μη μας δούνε και από τότε αναπαύονται εδώ» εξηγεί η κυρία Ερμιόνη.
Σήμερα, 73 χρόνια μετά, πιστή στον όρκο της συνεχίζει να φροντίζει τα μνήματα «αυτών που έδωσαν τη ζωή τους για λίγες μέρες δικής μας ελευθερίας», όπως χαρακτηριστικά λέει. «Για μένα αυτή είναι η προίκα μου. Αυτά τα μνήματα μου άφησε η οικογένειά μου και είχα καθήκον να τα φυλάξω. Το χρωστάω σε αυτά τα παιδιά που έπεσαν στην πρώτη γραμμή. Μακάρι να ήμουν πάλι νέα και να έκανα ακόμη περισσότερα, αλλά εύχομαι να μην ξανάρθουν τέτοια δύσκολα χρόνια» καταλήγει η κυρία Ερμιόνη.
«Η γυναίκα αυτή έκανε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για την ανάπαυση των πεσόντων ηρώων. Σήμερα είναι σειρά της Πολιτείας να κάνει το καθήκον της, να επαναπατρίσει και να ενταφιάσει τους νεκρούς μας. Είναι αδιανόητο στον 21ο αιώνα να υπάρχουν ακόμα άταφοι νεκροί ή θαμμένοι σε ομαδικούς τάφους» σημειώνει στη «δημοκρατία» ο κ. Σούρλας, ο οποίος τον περασμένο Ιούλιο επισκέφτηκε την Ερμιόνη Πρίγκου στο Σκουτάρι της Χειμάρρας.
Αγγελος Σκορδάς



