Eνα από τα μεγαλύτερα πειράματα της νομισματικής πολιτικής, το οποίο υιοθέτησε η Fed προ εξαετίας για να αντιμετωπίσει τη χρηματοοικονομική κρίση, τελείωσε. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ έγραψε τους τίτλους τέλους της πολιτικής τής ποσοτικής χαλάρωσης και περιμένει τις αντιδράσεις… Εξι χρόνια μετά τη Lehman Brothers και έπειτα από διαδοχικές αποφάσεις σταδιακής μείωσης του προγράμματος, η Fed ανακοίνωσε τελικά την περασμένη Τετάρτη το τέλος του QE, της περίφημης «ποσοτικής χαλάρωσης», που τείνει τώρα να γίνει ο «κανόνας» στην ΕΚΤ. Η Fed ανέφερε στην ανακοίνωσή της ότι μια σειρά δεικτών της αγοράς απασχόλησης υποδηλώνουν πως η αδυναμία σταδιακά αντιστρέφεται. Παρ’ όλα αυτά, θα κρατήσει για ένα χρονικό διάστημα τα επιτόκια κοντά σε μηδενικά επίπεδα. Τώρα, μένει να αποδειχθεί εάν η παγκόσμια οικονομία και οι αγορές έχουν εθιστεί ή όχι στο χρήμα που τύπωνε η μεγαλύτερη τράπεζα στον κόσμο.
Την επόμενη μέρα, όμως, το ουσιαστικό ερώτημα που τίθεται είναι τι ακριβώς κατάφερε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ. Οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν από την κατάρρευση της Lehman Brothers και μετά αντιμετώπισαν τη μεγαλύτερη απειλή όλων: τις ανισότητες που γέννησε η ίδια η κρίση. Παρά τους βελτιωμένους δείκτες στην κατανάλωση και την απασχόληση, οι ανισότητες διευρύνθηκαν και παραμένουν τεράστιες. Η πρόεδρος της Fed Τζάνετ Γέλεν, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, αναγνώρισε τις εισοδηματικές ανισότητες στις ΗΠΑ ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα. «Δεν είναι μυστικό ότι οι προηγούμενες δεκαετίες διευρυμένης ανισότητας μπορούν να συνοψιστούν ως μεγάλο εισόδημα και πλούτος για όσους βρίσκονται στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα και ως στασιμότητα στις συνθήκες διαβίωσης της πλειονότητας» είχε πει η Γέλεν.
Αξιωματούχοι της Fed υποστηρίζουν δημόσια ότι ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστούν αυτές οι ανισότητες είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας. Τι μπορούν λοιπόν να κάνουν η Fed, και κατ’ επέκταση η ΕΚΤ και όλες οι κεντρικές τράπεζες; Εχουν το δικαίωμα να κάνουν κάτι ή το ζήτημα των ανισοτήτων πρέπει να αφεθεί στα χέρια των πολιτικών ηγεσιών; Το ερώτημα έθεσαν σε ανοικτή συζήτηση οι «New York Times», ζητώντας τις απόψεις οικονομολόγων εγνωσμένου κύρους.
Ο Tζόζεφ Στίγκλιτς επισημαίνει ότι η Fed επί σειρά ετών επικεντρώθηκε στον πληθωρισμό και έχασε το «δάσος»: την ανάπτυξη, την απασχόληση και την οικονομική σταθερότητα. Η αμερικανική οικονομία έχει αποτύχει, λέει ο Στίγκλιτς, καθώς το μέσο αμερικανικό εισόδημα είναι σήμερα χαμηλότερο απ’ ό,τι πριν από τρεις δεκαετίες. Οταν ο πληθωρισμός γίνεται εμμονή για τις κεντρικές τράπεζες, λέει ο Στίγκλιτς, τα επιτόκια ανεβαίνουν όταν αυξάνονται και οι μισθοί, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να έχουν διαρκώς μειούμενο μερίδιο στο ΑΕΠ. Οι εργαζόμενοι, όμως, ποτέ δεν ανακτούν τις απώλειες που υφίστανται σε αυτές τις περιόδους, όταν η οικονομία είναι αδύναμη. Είναι μέρος της εξήγησης για το τεράστιο χάσμα τα τελευταία 40 χρόνια μεταξύ της αύξησης της παραγωγικότητας και της αύξησης των μισθών. Η Fed επηρεάζει την ανισότητα με ό,τι κάνει, αλλά και με ό,τι δεν κάνει. «Το ερώτημα είναι τι μπορεί να γίνει ώστε να διασφαλιστεί ότι η οικονομία μας και το χρηματοπιστωτικό σύστημά μας λειτουργούν και πάλι προς όφελος της κοινωνίας» λέει ο Στίγκλιτς. Ο Τιμ Γουότστολ, του Adam Smith Institute του Λονδίνου, έχει αντίθετη άποψη. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν ελάχιστα μέσα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ανισότητα. Ο Εντουαρντ Κόναρντ, του American Enterprise Institute, σχολιάζει, στο ίδιο πνεύμα, ότι η Fed δεν έχει ούτε την εντολή να αναδιανείμει τον πλούτο ούτε τα εργαλεία για να το κάνει αποτελεσματικά.
Η Belle Epoque του 21ου αιώνα
Ολοένα περισσότεροι αναλυτές επικαλούνται τον καθηγητή Οικονομικών του Οικονομικού Πανεπιστημίου των Παρισίων Τομά Πικετί και τις απόψεις που διατυπώνει στο βιβλίο του «Το Κεφάλαιο τον 21ο αιώνα». Ζούμε στη δεύτερη «Belle Epoque», λέει ο Πικετί, σε ακόμα μία εποχή όπου το 1% των ανθρώπων κατέχει ένα απίστευτα μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου πλούτου. Πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1% κατείχε το 1/5 του πλούτου της Βρετανίας και των ΗΠΑ. Μέχρι το 1950, ο πλούτος τους μειώθηκε στο μισό. Από το 1980 και μετά, το 1% ξανάρχισε να ανεβαίνει, και σήμερα βρίσκεται στο ίδιο σημείο όπου βρισκόταν πριν από έναν αιώνα! Ο Πικετί διαπιστώνει ότι οι σημερινοί ζάπλουτοι μοιάζουν πολύ με αυτούς των αρχών του 20ού αιώνα. Το μεγαλύτερο ποσοστό του μεγάλου πλούτου ελέγχεται από οικογενειακές δυναστείες και όχι από ταλαντούχους ανθρώπους οι οποίοι κέρδισαν πλούτο από τη δουλειά τους ή από κάποια καινοτόμο πατέντα τους. Ο Πικετί, όπως και πολλοί άλλοι οικονομολόγοι, δείχνουν μέσα από μελέτες αυτό που συναντά κανείς στην πραγματική ζωή, στην πραγματική οικονομία: ότι τα ποσοστά και οι δείκτες δεν λένε πάντα την αλήθεια.
Στέλλα Θεοδώρου



