Ο απόλυτος φόβος κυριαρχεί στην πόλη του φωτός (μετά τα αιματηρά γεγονότα), με τις αντιδράσεις να είναι ανεξέλεγκτες
Στο Παρίσι της επόμενης ημέρας, μετά την επίθεση στο σατιρικό περιοδικό «Charlie Hebdo», όλοι φοβούνται πως στα σκαριά βρίσκεται πλέον μια κοινωνία στην οποία κυριαρχούν ο φόβος, η μισαλλοδοξία, η κατάσταση «κόκκινου συναγερμού». Μια κοινωνία των άκρων. Ηδη ο φόβος είναι το βασικό συναίσθημα που κυριαρχεί στους δρόμους της γαλλικής μεγαλούπολης, το «τραύμα» όπως εύστοχα παρατηρούν οι «New York Times». «Αν συνέβη σήμερα, θα συμβεί ξανά, ίσως με ακόμη χειρότερο τρόπο» παρατηρεί ο 34χρονος Ντιντιέ Καντά. Σύμφωνα δε με τον Γάλλο μελετητή του Ισλάμ και του εξτρεμισμού Ολιβιέ Ροΐ, η επίθεση -η πιο φονική σε γαλλικό έδαφος μετά το τέλος του εμφυλίου στην Αλγερία- είναι «ένα ποσοτικό και ποιοτικό σημείο καμπής… Εγινε για να σοκάρει την κοινή γνώμη και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πέτυχε».
Οι αντιδράσεις απ’ όλες τις πλευρές έχουν ήδη οικειοποιηθεί την ακραία στάση. Η Μαρίν Λεπέν του Εθνικού Μετώπου απηύθυνε μάλιστα έκκληση για επαναφορά της θανατικής ποινής (η τελευταία εκτέλεση στην γκιλοτίνα είχε γίνει το 1977), σχολιάζοντας πως «οι ισλαμιστές είναι αυτοί που κήρυξαν τον πόλεμο στη Γαλλία». Ο μικρός γιος του Νικολά Σαρκοζί, ο 18χρονος Λουί, ανέβασε στο twitter μία φωτογραφία ενός άντρα με κουκούλα και όπλο μαζί με το σύνθημα «Ας υπερασπιστούμε τη Γαλλία». Από την άλλη, η μουσουλμανική κοινότητα της Γαλλίας, στριμωγμένη ανάμεσα στο φανατικό Ισλάμ και σε μία διαφαινόμενη έξαρση της ισλαμοφοβίας, καταδικάζει την επίθεση και φοβάται τα αντίποινα, που ήδη σημειώθηκαν σε κάποια τεμένη τα πρώτα εικοσιτετράωρα μετά το χτύπημα στο περιοδικό. «Η τρομοκρατία δεν έχει θρησκεία» δηλώνει ο μουσουλμάνος διανοούμενος, παρουσιαστής της εκπομπής «Ισλάμ» στην κρατική γαλλική τηλεόραση Γκαλέμπ Μπενκιέχ, ενώ ο διάσημος συγγραφέας και καθηγητής ισλαμικών σπουδών στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Ταρίκ Ραμαντάν σπεύδει να τονίσει ότι η επίθεση προδίδει και την ισλαμική θρησκεία.
Για κάποιους η γαλλική κοινωνία δεν αποκλείεται στο προσεχές μέλλον, με άκρως ειρωνικό τρόπο, να επιβεβαιώσει τις προβλέψεις του βιβλίου που σατίριζε στο τελευταίο επίμαχο πρωτοσέλιδό της το στοχοποιημένο «Charlie Hebdo». Του βιβλίου του Γάλλου μυθιστοριογράφου Μισέλ Ουελμπέκ «Υποταγή», που οραματίζεται πως το 2022 το πολιτικό παιχνίδι θα παίζεται πλέον ανάμεσα στους μουσουλμάνους και στους ακραίους δεξιούς.
«Αυτή είναι μία επικίνδυνη στιγμή για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες» εξηγεί ο Πίτερ Νόιμαν, διευθυντής του Κέντρου για τη Μελέτη της Ριζοσπαστικοποίησης του κολεγίου King’s του Λονδίνου, στους «New York Times». «Με την αυξανόμενη ριζοσπαστικοποίηση ανάμεσα στους υποστηρικτές των τζιχαντιστικών οργανώσεων και στη δυσαρεστημένη λευκή εργατική τάξη τα πράγματα οδηγούνται στο απροχώρητο». Από την άλλη, ο καθηγητής Αντριου Χάσεϊ, συγγραφέας του βιβλίου «Γαλλική Ιντιφάντα», υποστηρίζει ότι πρόκειται για μία «σύγκρουση» ανάμεσα στη Γαλλία και στον αραβικό κόσμο, την οποία «αρνείται» η Αριστερά.
Αυτή είναι 11η Σεπτεμβρίου της Ευρώπης
Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015. Ο μικρός δείκτης του ρολογιού στην αίθουσα συσκέψεων του «Charlie Hebdo» άγγιζε το 11. Ηδη στα γραφεία του εβδομαδιαίου σατιρικού περιοδικού, που στεγάζονταν στο κτίριο με τον αριθμό 10 της οδού Νικολά Απέρ στο 11ο διαμέρισμα του Παρισιού, είχαν καταφτάσει οι πρώτοι δημοσιογράφοι και σκιτσογράφοι, καθώς σε λίγη ώρα θα ξεκινούσε το προγραμματισμένο meeting για το επόμενο φύλλο της έκδοσης.
Κάτω στην είσοδο έφτανε εκείνη την ώρα η Κορίν Ρέι, η σκιτσογράφος «Coco» για τους αναγνώστες του περιοδικού. Είχε καθυστερήσει, καθώς έπρεπε να παραλάβει εκτάκτως την κόρη της από το νηπιαγωγείο. Κρατώντας το κορίτσι από το χέρι πλησίασε την πόρτα, στην είσοδο, κι ενώ ετοιμαζόταν να πληκτρολογήσει τον κωδικό ασφαλείας για να μπει οι δολοφόνοι ήταν ήδη εκεί!
«Οταν έφτασα (…) δύο οπλισμένοι κουκουλοφόροι περίμεναν στην είσοδο. Απείλησαν να σκοτώσουν εμένα και την κόρη μου, αν δεν πληκτρολογούσα τον κωδικό ασφαλείας στην πόρτα, γι’ αυτό τους άνοιξα» έλεγε αργότερα. Η Ρέι υποχρεώθηκε να ανέβει μαζί με το κοριτσάκι της στα γραφεία του «Charlie Hebdo», όπου πρόλαβε όμως να κρυφτεί κάτω από ένα γραφείο. Οι φονιάδες αναζητούσαν συγκεκριμένους συναδέλφους της. Κάτω από το γραφείο, είδε τους οπλισμένους με καλάσνικοφ ισλαμιστές να εκτελούν εν ψυχρώ.«Είδα να σκοτώνουν τον Βολίνσκι και τον Καμπί (…) Το συμβάν διήρκεσε πέντε λεπτά. Οι δολοφόνοι μιλούσαν άπταιστα γαλλικά και υποστήριζαν ότι ήταν από την Αλ Κάιντα».
Η 11η Σεπτεμβρίου της ελευθερίας του Τύπου, όπως τη χαρακτήρισαν πολλοί, είχε ήδη περάσει στην Ιστορία – γραμμένη με το αίμα 12 αθώων ανθρώπων. Φεύγοντας, οι τρεις κομάντος του θανάτου και πριν επιβιβαστούν στο μαύρο Citroen τους σκοτώνουν εν ψυχρώ το τελευταίο θύμα τους. Δίνουν τη χαριστική βολή σε έναν αστυνομικό, που έτυχε να περνά εκείνη την ώρα έξω από το κτίριο, φωνάζοντας «πήραμε εκδίκηση για τον Προφήτη».
Λίγες ώρες μετά οι κεντρικές πλατείες των μεγάλων πόλεων της Γαλλίας γέμισαν από χιλιάδες ανθρώπους, που σιωπηρά διαδήλωναν στη μνήμη των θυμάτων. Ανάλογες εικόνες αποτύπωσαν τα διεθνή ΜΜΕ και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης, με τους πολίτες να θέλουν να αποδείξουν ότι ο τρόμος δεν μπορεί να φιμώσει τον Τύπο. Την ανάγκη του ανθρώπου για ελευθερία -και- στην έκφραση…
Φίμωτρο στη σάτιρα με λογοκρισία, απειλές και εκτελέσεις αθώων
Από τους «Σατανικούς Στίχους» στα καταραμένα σκίτσα του Μωάμεθ… Οι δολοφονικές επιθέσεις στο «Charlie Hebdo» έχουν προϊστορία. Δεν είναι η πρώτη φορά που η σάτιρα, η μυθοπλασία, ακόμη και η απλή απεικόνιση και η αναφορά στα μουσουλμανικά σύμβολα ξεσηκώνουν βίαιες αντιδράσεις και λογοκρισία στον ισλαμικό κόσμο. Από την εποχή που ο Αγιατολάχ Χομεϊνί εξέδωσε φετβά (θρησκευτικό διάταγμα) σε βάρος του Σαλμάν Ρουσντί το 1989 έως τις μέρες μας η παράδοση της μη απεικόνισης του Προφήτη, που χαρακτηρίζει τη μουσουλμανική θρησκεία, έχει προκαλέσει οργισμένες διαμαρτυρίες κατά της βλάσφημης Δύσης από κυβερνήσεις, θρησκευτικούς άρχοντες του αραβικού κόσμου και την κοινή γνώμη.
Βέβαια πολλοί θα επιχειρηματολογήσουν ότι στην περίπτωση της σφαγής στο γαλλικό σατιρικό περιοδικό τα τελευταία πρωτοσέλιδα δεν υπήρξαν παρά η αφορμή για την εκδήλωση της οργής, της περιθωριοποίησης και κυρίως της αντιδυτικής πόλωσης που πυροδοτεί η δράση του Ισλαμικού Κράτους. Επίσης, η εκάστοτε διαφωνία του ισλαμικού κόσμου με την απεικόνιση του Προφήτη δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση τη δολοφονική στοχοποίηση των δυτικών «βλάσφημων».
Δεν λείπουν, όμως, τα περιστατικά όπου η οργή έγινε μανία θανάτου, όπως η δολοφονία του σκηνοθέτη Τεό Βαν Γκονγκ (δισέγγονο του μεγάλου ζωγράφου) από Ολλανδομαροκινό εξτρεμιστή, η στοχοποίηση των Δανών σκιτσογράφων του Μωάμεθ από την Αλ Κάιντα, η επικήρυξη της ζωής του δημιουργού της προβοκατόρικης ταινίας «Η αθωότητα των μουσουλμάνων» από Πακιστανό υπουργό, η δολοφονία του Ιάπωνα μεταφραστή των «Σατανικών Στίχων» του Ρουσντί και οι θανατικές απειλές σε βάρος των σκιτσογράφων, όπως και οι δεκάδες θάνατοι στις διαδηλώσεις κατά των σκίτσων.
Η καρδιά του Ισλάμ
«Κάτι πήγε λάθος στην καρδιά του Ισλάμ» είχε πει ο ίδιος ο Ρουσντί στην εφημερίδα «Le Monde» το 2012, αναφερόμενος στα εννέα χρόνια κατά τα οποία κρυβόταν για να γλιτώσει τη ζωή του, έπειτα από την ανακοίνωση του θρησκευτικού ηγέτη του Ιράν «προς όλους τους γενναίους μουσουλμάνους του κόσμου πως ο συγγραφέας των “Σατανικών Στίχων”, ένα κείμενο γραμμένο… κατά του Ισλάμ και του Κορανίου, μαζί με τους εκδότες του, είναι καταδικασμένοι σε θάνατο». Το βιβλίο αναφερόταν στους στίχους εκείνους του Κορανίου που είχε αρχικά απαγγείλει ο Προφήτης Μωάμεθ, αλλά αφαιρέθηκαν τελικά, αφού θεωρείται ότι είχαν σταλεί από τον διάβολο για να τον εξαπατήσουν. Μόνο μέσα σε έναν μήνα στις ΗΠΑ το FBI ανέφερε πως βιβλιοπωλεία που φιλοξενούσαν το βιβλίο είχαν δεχτεί 78 απειλές. Ο Γιαπωνέζος μεταφραστής του βιβλίου δολοφονήθηκε, ενώ ο Ιταλός μεταφραστής και ο Νορβηγός εκδότης δέχτηκαν δολοφονικές επιθέσεις, αλλά επέζησαν. Για τον συγγραφέα Χανίφ Κιουρέισι, η φετβά κατά του Ρουσντί ήταν ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της μεταπολεμικής λογοτεχνικής ιστορίας. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου ο φονταμενταλισμός πολλές φορές μετουσιώθηκε σε εξτρεμισμό, με ορμητήριο τη θεωρούμενη προσβολή των μουσουλμανικών θρησκευτικών συμβόλων.
Τεύχος για τη σαρία
Τον Σεπτέμβριο του 2005 η δανική εφημερίδα «Jyllands Posten» κάλεσε τους μεγαλύτερους σκιτσογράφους της χώρας να απαντήσουν σε μία πρόσκληση για την απεικόνιση του Μωάμεθ, θέλοντας να δοκιμάσουν σε ποιο βαθμό θα υπερισχύσουν μεταξύ των σκιτσογράφων ο φόβος των αντιποίνων και η αυτολογοκρισία. Το «πείραμα» ήταν επιτυχημένο, αφού 15 σκιτσογράφοι ανταποκρίθηκαν. Τελικά, 12 σκίτσα του Μωάμεθ δημοσιεύθηκαν στο φύλλο της 30ής Σεπτεμβρίου, που έμελλε να αποτελέσει, όπως το έθεσε ο τότε Δανός πρωθυπουργός Αντερς Φογκ Ράσμουσεν, το πιο επικίνδυνο περιστατικό στις διεθνείς σχέσεις της Δανίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στις βίαιες διαδηλώσεις κατά της δημοσίευσης, που διοργανώθηκαν σε όλη τη Μέση Ανατολή και σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις την επόμενη διετία, έχασαν τη ζωή τους 200 άνθρωποι, τέσσερις δολοφονικές απόπειρες έγιναν μόνο σε βάρος ενός από τους σκιτσογράφους, του Κουρτ Βέστεγκαρντ, ο οποίος μαζί με τους υπόλοιπους σκιτσογράφους μπήκαν στη λίστα των «πλέον καταζητούμενων της Αλ Κάιντα». Εκτοτε, τα σκίτσα έμελλε να γίνουν το μέσο που θα προσέβαλε ίσως με αιχμηρότερο τρόπο το μουσουλμανικό θρησκευτικό συναίσθημα, δίνοντας λαβές σε φανατικούς. Τον Ιούλιο του 2007 ο Σουηδός σκιτσογράφος Λαρς Βιλκς απεικόνισε τον Μωάμεθ με σώμα σκύλου στην τοπική εφημερίδα του Ορέμπρο «Nerikes Allehanda». Μία μουσουλμάνα από το Σουδάν συνελήφθη, επειδή έστειλε θανατική απειλή μέσω e-mail στον σκιτσογράφο, ενώ το -τότε- Ισλαμικό Κράτος του Ιράκ φέρεται ότι τον επικήρυξε αντί 100.000 δολαρίων. Συλλήψεις επίδοξων δολοφόνων έγιναν στην Ιρλανδία, ενώ ακόμη και ο βομβιστής της Στοκχόλμης το 2010 είχε επικαλεστεί εκείνο το σκίτσο του Μωάμεθ!
Τέσσερα χρόνια αργότερα το γαλλικό περιοδικό «Charlie Hebdo», που είχε αναδημοσιεύσει τα δανικά σκίτσα, δέχθηκε επίθεση με βόμβες μολότοφ, επειδή είχε μόλις κυκλοφορήσει ένα τεύχος με τον σατιρικό τίτλο Charia Hebdo (παντρεύοντας τη σαρία και το Σαρλί), στο οποίο φιλοξενούσε ως συνεκδότη τον Προφήτη Μωάμεθ! Τον Σεπτέμβριο του 2012 ένας φανατικός ζητούσε τον αποκεφαλισμό του (δολοφονημένου πλέον στην επίθεση της Τρίτης) διευθυντή της εφημερίδας Στεφάν Σαρμπονιέ ή «Σαρμπ». Το 2013 ο Σαρμπ είχε μπει και εκείνος στη λίστα της Αλ Κάιντα με τους επικηρυγμένους που σατίρισαν τον Μωάμεθ, προαναγγέλλοντας τις πρόσφατες δραματικές εξελίξεις.
Οι μονόλογοι των γυναικών
«Υποταγή» ονομαζόταν η μικρού μήκους ολλανδική ταινία που προβλήθηκε το 2004 και έφερε την υπογραφή ενός σκηνοθέτη με διάσημο προπάππου, του Τεό βαν Γκονγκ. Στην ιστορία, τέσσερις μουσουλμάνες (που της υποδύεται μία και μοναδική ηθοποιός), φορώντας μαντίλα και τσαντόρ, το οποίο αφήνει να διαφαίνεται το γυμνό σώμα τους, απαγγέλλουν συγκεκριμένους στίχους από το Κοράνι. Στίχοι που -κατά τον σεναριογράφο- δίνουν την εξουσία στον άνδρα να κακομεταχειριστεί τη συμβία του. Αυτά τα αποσπάσματα από το μουσουλμανικό ιερό κείμενο άλλωστε είναι γραμμένα και στο σώμα της ηθοποιού. Στις αρχές του Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς ο Ολλανδομαροκινός Μοχάμαντ Μπουγιέρι δολοφόνησε τον Βαν Γκονγκ, ενώ ακολούθησαν μαζικές διαμαρτυρίες και επιθέσεις σε τζαμιά, που «απαντήθηκαν» με επιθέσεις σε εκκλησίες.
Μυρτώ Μπούτση



