«Εξυπνα» φάρμακα νέας γενιάς δίνουν ελπίδες για τη θεραπεία (ακόμα) και των λεμφωμάτων
Ρεπορτάζ
Ρίτα Μελά
«Εξυπνα» φάρμακα νέας γενιάς δίνουν ελπίδες όχι μόνο για την αντιμετώπιση αλλά και για τη θεραπεία σοβαρών καρκίνων του αίματος, όπως λευχαιμίες και λεμφώματα.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα τελευταία χρόνια αυξάνεται εντυπωσιακά ο αριθμός των φαρμάκων που σχετίζονται τόσο με τις κλασικές χημειοθεραπείες όσο και με τη χρήση μικρών στοχευτικών μορίων, που δρουν ενδοκυτταρικά, όπως μονοκλωνικά αντισώματα νέας γενιάς και ανοσοτροποποιητικά φάρμακα που επιδρούν στο μικροπεριβάλλον του όγκου.
Το συνέδριο
Οι παραπάνω σημαντικές εξελίξεις ανακοινώθηκαν στο 26ο Πανελλήνιο Αιματολογικό συνέδριο της Ελληνικής Αιματολογικής Εταιρίας, που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Πέμπτη στην Αθήνα.
Σύμφωνα με τη δρα Ελένη Παπαδάκη, διευθύντρια Αιματολογικής Κλινικής στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου Κρήτης, για τη συχνότερη αιματολογική κακοήθεια, τα λεμφώματα (π.χ. Β-χρόνια λεμφική λευχαιμία, χαμηλής κακοήθειας μη-Hodgin’s), είναι πλέον διαθέσιμα δύο φάρμακα που χορηγούνται από το στόμα.
Παράλληλα, για τα Β-λεμφώματα υπάρχουν νέας γενιάς anti-CD20 μονοκλωνικά αντισώματα για ασθενείς που δεν μπορούν να λάβουν συμβατική χημειοθεραπεία.
Επίσης, στο πολλαπλούν μυέλωμα έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος τα τελευταία χρόνια με την εισαγωγή νέων θεραπειών που αλλάζουν τη φυσική πορεία της νόσου. Πρόσφατα η λεναλιδομίδη, ένας από του στόματος ανοσοτροποποιητικός παράγοντας 1ης γενιάς, έλαβε ένδειξη και για θεραπεία πρώτης γραμμής σε ασθενείς μη κατάλληλους για αυτόλογη (μόσχευμα προερχόμενο από τον ίδιο τον ασθενή) μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων.
Επίσης, η πομαλιδομίδη είναι ένα νέο ανοσοτροποποιητικό φάρμακο που κυκλοφόρησε πρόσφατα για ασθενείς με πολλαπλούν μυέλωμα. Επιπλέον, η χρόνια μυελογενής λευχαιμία μπορεί να είναι ιάσιμη και με εισαγωγή των αναστολέων της τυροσινικής κινάσης abl-bcr. Ακόμη, η οξεία μυελογενής λευχαιμία αντιμετωπίζεται με τις ουσίες αζακυτιδίνη και ντεσιταμπίνη.
Μόνο το 5% των Ελλήνων είναι αιμοδότες (από το 50%)
Στις μεγάλες ανάγκες που έχει η χώρα μας για αιμοδότες αλλά και στα πολύ μικρά ποσοστά εθελοντών αναφέρθηκε η δρ Ελισάβετ Γρουζή, πρόεδρος του Τμήματος Αιμοδοσίας – Αφαίρεσης της Ελληνικής Αιματολογικής Εταιρείας. Οπως ανέφερε στην ομιλία της στο 26ο Πανελλήνιο Αιματολογικό Συνέδριο, οι ετήσιες ανάγκες στην Ελλάδα για αίμα και για παράγωγα αίματος ανέρχονται σε 600.000 μονάδες (φιάλες).
Τα στοιχεία
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, περίπου οι μισοί Ελληνες μπορούν να γίνουν αιμοδότες, ωστόσο στη χώρα μας μόλις το 5% του πληθυσμού δίνει αίμα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μόνο το 50% του αίματος που συλλέγεται να προσφέρεται από συστηματικούς εθελοντές και το υπόλοιπο από αιμοδότες του συγγενικού και φιλικού περιβάλλοντος των ασθενών. Αντίθετα στην Ευρώπη σχεδόν το 100% του μεταγγιζόμενου αίματος προέρχεται από την εθελοντική αιμοδοσία.
Σε καλό δρόμο ακόμα και η μεταμόσχευση κυττάρων
Εκτός από τα νέα φάρμακα για την αντιμετώπιση των νεοπλασιών του αίματος, σημαντική πρόοδος έχει επιτευχθεί και στον τομέα της μεταμόσχευσης αιμοποιητικών κυττάρων, που πλέον αποτελεί αποτελεσματική θεραπεία για σοβαρές αιματολογικές κακοήθειες αλλά και για μη κακοήθη αιματολογικά ή γενετικά νοσήματα.
Σημειώνεται ότι στη χώρα μας γίνονται περίπου 450 μεταμοσχεύσεις αιμοποιητικών κυττάρων τον χρόνο, όταν στις βόρειες χώρες της Ευρώπης είναι οι διπλάσιες.
Επίσης, σοβαρές ελλείψεις τόσο σε προσωπικό όσο και σε σύγχρονες εγκαταστάσεις έχουν τα έξι μεταμοσχευτικά κέντρα της χώρας, όπως τόνισε στην ομιλία του στο 26ο Πανελλήνιο Αιματολογικό Συνέδριο ο δρ Ιωάννης Μπαλταδάκης, γιατρός της Αιματολογικής Κλινικής – Μονάδας Μεταμόσχευσης Μυελού Οστών του Νοσοκομείου Ευαγγελισμός.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η μονάδα του Ευαγγελισμού, όπου πραγματοποιείται ο μεγαλύτερος αριθμός μεταμοσχεύσεων από μη συγγενείς δότες στην Ελλάδα, λειτουργεί στους ίδιους χώρους εδώ και 25 χρόνια και δεν διαθέτει επαρκή αριθμό κλινών ούτε κατάλληλο χώρο για τους μεταμοσχευμένους ασθενείς.


