Η πιο επικίνδυνη περιοχή της Ελλάδας απέκτησε ένα «άγρυπνο μάτι» που θα παρακολουθεί τη στάθμη της θάλασσας και σε περίπτωση ισχυρού σεισμού θα εκπέμπει σήμα κινδύνου
Από τους
Αγγελο Σκορδά
Στάθη Βασιλόπουλο
Ενα «άγρυπνο μάτι», που θα παρακολουθεί τη στάθμη της θάλασσας και σε περίπτωση ισχυρού υποθαλάσσιου σεισμού θα προειδοποιεί έγκαιρα για επερχόμενο τσουνάμι, απέκτησε ο Κορινθιακός Κόλπος, χάρη στη συνεργασία του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών με το Κοινό Ερευνητικό Κέντρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. «Η συγκεκριμένη συσκευή (Inexpensive Device for Sea Level Measurement) είναι χαμηλού κόστους, αλλά έχει ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά, όπως ότι η μεταβολή στη στάθμη της θάλασσας καταγράφεται με σφάλμα μόνο 0,5 εκατοστών κατά μέγιστο.
Οι μετρήσεις λαμβάνονται κάθε 15 δευτερόλεπτα και μεταδίδονται μέσω κινητής τηλεφωνίας έπειτα από 30 δευτερόλεπτα. Επιπλέον, έχει ενεργειακή αυτονομία που φτάνει τις τρεις ημέρες, έστω και σε συνθήκες πυκνής συννεφιάς, οπότε ο ηλιακός συσσωρευτής δεν λαμβάνει ενέργεια από τον ήλιο» εξηγεί στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο δρ Γεράσιμος Παπαδόπουλος, διευθυντής Ερευνών στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και υπεύθυνος του Εθνικού Κέντρου Προειδοποίησης για Τσουνάμι.
Πόσο συχνό είναι όμως το φαινόμενο στην ανατολική Μεσόγειο και ειδικότερα στο Αιγαίο; Το μεγαλύτερο τσουνάμι που έπληξε τη χώρα τα νεότερα χρόνια εκδηλώθηκε τα ξημερώματα της 9ης Ιουλίου 1956 στον θαλάσσιο χώρο της Αμοργού και το ύψος του στις νοτιοανατολικές ακτές του νησιού έφτασε τα 25 μέτρα και στα βόρεια τα 20 μέτρα. Η ένταση του φαινομένου, μάλιστα, ήταν τέτοια, που εκτός από την Αμοργό επλήγησαν ακόμα οι ακτές της Αστυπάλαιας, της Λέρου, της Πάρου, της Φολεγάνδρου, της Καλύμνου, της Κρήτης και άλλων νησιών του νοτίου Αιγαίου, αλλά και της Σμύρνης, του Ναυπλίου και της Καλαμάτας.
Σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής, από το τσουνάμι έχασαν τη ζωή τους τέσσερις άνθρωποι, ενώ οι ανυπολόγιστες ζημιές που προκάλεσε σε περιουσίες και υποδομές «γονάτισαν» τους ήδη φτωχούς πληθυσμούς της μεταπολεμικής νησιωτικής Ελλάδας. Το τσουνάμι ακολούθησε τον μεγαλύτερο καταγεγραμμένο σεισμό στην ευρωπαϊκή επικράτεια κατά τον περασμένο αιώνα, όταν στις 3.11 τα ξημερώματα της ίδιας ημέρας ο Εγκέλαδος χτύπησε με 7,5 Ρίχτερ την Αμοργό.
«Η Μεσόγειος, ιδιαίτερα η ανατολική, έχει υψηλή σεισμικότητα. Ομως μόνο μερικοί σεισμοί παράγουν τσουνάμι. Γι’ αυτόν τον λόγο τα ισχυρά τσουνάμι συμβαίνουν κάθε 70 με 80 χρόνια. Η σχετικά αραιή εμφάνιση των τσουνάμι, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δεν κινδυνεύουμε. Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και πρέπει να παίρνουμε μέτρα πρόληψης και να αναπτύσσουμε συστήματα προειδοποίησης» λέει ο δρ Παπαδόπουλος.
Δοκιμαστική λειτουργία
Δικαιολογώντας την επιλογή του Κορινθιακού για την εγκατάσταση της συσκευής, ο ίδιος επισημαίνει ότι στην εν λόγω θαλάσσια περιοχή παράγονται πολλά τσουνάμι, αν και αυτά είναι τοπικά και δε μπορούν να διαδοθούν προς το Αιγαίο ή το Ιόνιο πέλαγος.
«Γα παράδειγμα, ο μεγάλος σεισμός των Αλκυονίδων (24 Φεβρουαρίου 1981) προκάλεσε τοπικό τσουνάμι, ύψους ενός μέτρου. Για τον λόγο αυτόν στρέψαμε την προσοχή μας και στον Κορινθιακό. Επιπλέον, λόγω του ότι το όργανο θα είναι δοκιμαστικής λειτουργίας, θα έχουμε σχετικά γρήγορη πρόσβαση σε αυτό. Αν από τη δοκιμαστική λειτουργία πεισθούμε ότι αξίζει, τότε θα προχωρήσουμε στην εγκατάσταση και άλλων μονάδων» καταλήγει ο δρ Παπαδόπουλος.
Σε «αναμμένα κάρβουνα» οι ειδικοί μετά τα 6 Ρίχτερ στη Λευκάδα
Σε αναμμένα κάρβουνα βρίσκονται τα τελευταία 24ωρα οι σεισμολόγοι, οι οποίοι έχουν στρέψει το βλέμμα τους στο ρήγμα της νότιας Λευκάδας, που «έσπασε» το πρωί της περασμένης Τρίτης, προκαλώντας την ισχυρή σεισμική δόνηση μεγέθους 6 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Οι κάτοικοι στο πληγωμένο από τα Ρίχτερ νησί νιώθουν τη γη να χορεύει καθημερινά κάτω από τα πόδια τους και ζουν με τον φόβο ενός δεύτερου ισχυρού σεισμού, κάτι που είχε συμβεί πέρυσι τον χειμώνα στην Κεφαλλονιά.
Παρά την έντονη δραστηριότητα του Εγκέλαδου στην περιοχή, κανείς δεν μπορεί να πει μέχρι στιγμής με βεβαιότητα αν επρόκειτο για τον κύριο σεισμό, μολονότι, όσο περνούν οι μέρες, φαίνεται να ενισχύεται η εκτίμηση ότι ο σεισμός των 6 Ρίχτερ, που άφησε πίσω του δύο θύματα και εκτεταμένες ζημιές στο δίκτυο υποδομής της Λευκάδας, ήταν το κύριο γεγονός. Οι ειδικοί, που παρακολουθούν προσεκτικά τη μετασεισμική ακολουθία, τονίζουν ότι οι δονήσεις θα εξακολουθούν να ταλαιπωρούν τους κατοίκους του νησιού για αρκετές εβδομάδες.
Ο μεγάλος σεισμός της Τρίτης προήλθε από ένα παρακλάδι του μεγάλου ρήγματος, που ξεκινά από την Κέρκυρα και φτάνει ως τα νότια της Ζακύνθου. Το συγκεκριμένο ρήγμα έχει βεβαρημένο παρελθόν και ανήκει στην ίδια ζώνη με εκείνο που προκάλεσε τους σεισμούς (5,8 και 5,7 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ) στην Κεφαλλονιά το 2014. Επιπλέον, τον Αύγουστο του 2003 το ρήγμα είχε δώσει μία πολύ ισχυρή σεισμική δόνηση, μεγέθους 6,3 Ρίχτερ.
Η διασπορά των δονήσεων κάνει όλο το Ιόνιο να «κοχλάζει» και κρατά επιφυλακτικούς τους σεισμολόγους, οι οποίοι πάντως συμφωνούν ότι πρόκειται για μία περιοχή «με πολλές ιδιαιτερότητες». Οπως αναφέρουν, λόγω του ιστορικού προηγούμενου της περιοχής δεν μπορεί να αποκλειστεί, για την ώρα τουλάχιστον, η ενεργοποίηση, με τη μορφή ντόμινο, γειτονικών ρηγμάτων.

