Το Σάββατο η «δημοκρατία» είχε επισημάνει την ανάγκη να αποζημιωθούν οι κάτοχοι μηνιαίων καρτών των μέσων μαζικής μεταφοράς (με έκπτωση στην ανανέωση της κάρτας τους), επειδή οι απεργίες της προηγούμενης εβδομάδας κατέστησαν αδύνατη την παροχή της υπηρεσίας που είχαν ήδη πληρώσει. Ετσι γίνεται σε όλα τα ευνομούμενα κράτη, που σέβονται τους πολίτες και το εισόδημά τους. Το επιβάλλουν η κοινή λογική και η αίσθηση της τιμής και της αξιοπρέπειας όλων μας.
Η απαίτηση του κοινού και η κοινή λογική ουδόλως συγκίνησαν εκείνους που θα έπρεπε ήδη να έχουν απαντήσει θετικά σε αυτά τα αυτονόητα. Ο ΟΑΣΑ, με ανακοίνωση που δημοσιοποίησε, ισχυρίστηκε το εξής ανήκουστο: «Ο ΟΑΣΑ δεν έχει υποχρέωση να αποζημιώνει τους επιβάτες που είναι κάτοχοι εισιτηρίων και καρτών απεριορίστων διαδρομών και πλήττονται από τις απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων στα μέσα μαζικής μεταφοράς, διότι πρόκειται για γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. […] Σε περίπτωση απεργίας των εργαζομένων στα μέσα μαζικής μεταφοράς δεν υφίσταται διαδικασία αποζημίωσης […] δεδομένου ότι ο ΟΑΣΑ και οι λοιπές εταιρίες παροχής συγκοινωνιακού έργου, (ΕΠΣΕ) στην περιοχή της αρμοδιότητός του, δεν αποφασίζουν οι ίδιες τις κινητοποιήσεις και δεν ευθύνονται για τη μη εκτέλεση των δρομολογίων».
Σε ένα κράτος που έχει χρεοκοπήσει πρωτίστως ηθικά, η ανυποληψία και η έλλειψη εμπιστοσύνης από τους πολίτες θα έπρεπε να μην αφήνουν τους υπευθύνους να ησυχάζουν ούτε δευτερόλεπτο. Το να καλύπτονται πίσω από νομοθετικά πλέγματα, που αφήνουν τους πολίτες έρμαια της αυθαιρεσίας καλά οργανωμένων μειοψηφιών, είναι απαράδεκτο.
Η νοοτροπία της διάχυσης της ευθύνης και της άφεσης των ανήμπορων πολιτών στη μοίρα τους είναι μία από τις μεγαλύτερες μάστιγες που πλήττουν τον συλλογικό μας βίο.
Δεν πρόκειται να ιαθεί μόνη της αυτή η πληγή. Χρειάζεται σαφής νομοθετική (και συνταγματική, ίσως) ρύθμιση, η οποία θα απονέμει τα του καίσαρος τω καίσαρι. Κάποιοι επιτέλους (φυσικά πρόσωπα, όχι απρόσωπες συλλογικότητες) πρέπει να φέρουν τις αστικές και τις ποινικές ευθύνες για την απώλεια χρόνου και χρήματος των φορολογουμένων.

