Η προοπτική απόκτησης κατοικίας απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, καθώς μόλις το 4,37% δηλώνει σήμερα ότι προτίθεται να αγοράσει σπίτι μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Την ίδια στιγμή, οι πωλητές εμφανίζονται σχεδόν διπλάσιοι, περίπου στο 8%, στοιχείο που αποτυπώνει ξεκάθαρα την αναντιστοιχία προσδοκιών και πραγματικής ζήτησης στην αγορά ακινήτων.
Τα δεδομένα προκύπτουν από το 5ο «Βαρόμετρο της Αγοράς Ακινήτων», το οποίο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Ελλάδα 2026. Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις», που διοργάνωσε ο επενδυτής και αναλυτής Ηλίας Παπαγεωργιάδης. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τη Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις σε δείγμα 1.500 ατόμων στους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης.
Εκτόξευση τιμών και αποκλεισμός νοικοκυριών
Τα ευρήματα αποτυπώνουν μια σαφή τάση αδυναμίας των πολιτών να αποκτήσουν κατοικία, καθώς οι τιμές έχουν αυξηθεί υπέρμετρα τα τελευταία χρόνια, ακόμη και σε παλαιά ακίνητα, συχνά χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση. Το αποτέλεσμα είναι η αγορά να απευθύνεται όλο και λιγότερο σε όσους αναζητούν πρώτη κατοικία και όλο και περισσότερο σε επενδυτές ή αγοραστές με υψηλή ρευστότητα.
Για πρώτη φορά, η έρευνα διερεύνησε τις προτιμήσεις των αγοραστών μεταξύ παλαιών και νεόδμητων ακινήτων, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα άλλα χαρακτηριστικά είναι ίδια, πλην της ηλικίας κατασκευής.
Όταν η τιμή του παλαιού ακινήτου είναι μειωμένη κατά 20% σε σχέση με το νεόδμητο, το 67% των δυνητικών αγοραστών επιλέγει το νεόδμητο και το 31% το παλαιό. Ωστόσο, όταν η διαφορά φτάνει το 30%, η εικόνα ανατρέπεται: το 56% επιλέγει το παλαιό ακίνητο και το 38% το νεόδμητο.
Σύμφωνα με τον Ηλία Παπαγεωργιάδη, το όριο του 25 έως 30% στη διαφορά τιμής φαίνεται να είναι καθοριστικό, καθώς σε αυτό το σημείο οι αγοραστές αλλάζουν στάση. Όπως σημείωσε, πρόκειται για μήνυμα που οι πωλητές οφείλουν να λάβουν σοβαρά υπόψη, εφόσον επιδιώκουν πραγματικές συναλλαγές και όχι απλώς υψηλές αγγελίες.
Κλειστά σπίτια και αντικίνητρα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία για τα κλειστά ακίνητα, με το 17% των ερωτηθέντων να δηλώνει ότι διαθέτει κατοικία την οποία δεν αξιοποιεί. Σε όσους ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, τέθηκε το ερώτημα ποια κίνητρα θα τους ωθούσαν να ανοίξουν το σπίτι τους στην αγορά.
Η μείωση της φορολογίας επιλέχθηκε από το 65%, η γενναία επιδότηση ενεργειακής αναβάθμισης από το 64% και τα μέτρα ουσιαστικής προστασίας των ιδιοκτητών από το 62%. Παράλληλα, το 35% δήλωσε ότι αναμένει περαιτέρω άνοδο των τιμών, ενώ ένα 18% ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται να ανοίξει το ακίνητό του υπό καμία συνθήκη.
Ο κ. Παπαγεωργιάδης εκτίμησε ότι, με δεδομένο πως άμεση και ουσιαστική μείωση της φορολογίας δεν διαφαίνεται, η προστασία των ιδιοκτητών αποτελεί τον πιο άμεσο και οικονομικά ανώδυνο τρόπο για να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών. Όπως τόνισε, μέτρα όπως το πιστοποιητικό φερεγγυότητας των ενοικιαστών και η μονιμοποίηση της τριετούς φοροαπαλλαγής για κλειστά ακίνητα θα μπορούσαν να αλλάξουν το κλίμα.
«Το Σπίτι μου 2» και οι αυξήσεις τιμών
Ιδιαίτερα επικριτική είναι η εικόνα για τις επιπτώσεις του προγράμματος «Το Σπίτι μου 2». Το 39% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι οδήγησε σε αυξήσεις τιμών άνω του 10% και το 38% σε αυξήσεις έως 10%. Μόλις το 13% δεν διαπίστωσε μεταβολή, ενώ ένα ισχνό 2% είδε μείωση. Συνολικά, το 77% των πολιτών εκτιμά ότι το πρόγραμμα συνέβαλε στην άνοδο των τιμών, άποψη που συμμερίζεται και το 87% των επαγγελματιών της αγοράς.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στα ενοίκια. Το 82% θεωρεί ότι το πρόγραμμα προκάλεσε αυξήσεις έως ή και άνω του 10%, με τα ποσοστά να φτάνουν στο 87% μεταξύ όσων δηλώνουν ενεργοί αγοραστές και αναζητούν κατοικία.


