Στους νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας υπάρχουν μόλις τέσσερις τεχνικοί επιθεωρητές, ενώ συνολικά σε όλη την επικράτεια δεν ξεπερνούν τους 190!
- Του Σπύρου Γεράρδη
Τα αποτελέσματα των ελέγχων της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας στις εγκαταστάσεις της Βιολάντα ζητούν μετ’ επιτάσεως ο πρόεδρος και τα μέλη του Εργατικού Κέντρου Τρικάλων, την ώρα που προσπαθούν και οι ίδιοι να ρίξουν φως στα αίτια της τραγωδίας. Η μυστικοπάθεια της επιχείρισης και η επίκληση του απορρήτου από την πλευρά της Αρχής εγείρουν ερωτήματα, καθώς είναι δεδομένο ότι πόρισμα (σ.σ.: Δελτίο Ελέγχου) υπάρχει, όπως γίνεται σε κάθε έλεγχο των επιθεωρητών εργασίας, χωρίς αυτό να συνεπάγεται παράβαση.
Σύμφωνα με πηγές της ανεξάρτητης Αρχής, εντός του 2025 διενεργήθηκαν τέσσερις έλεγχοι στο συγκεκριμένο εργοστάσιο, ο ένας εξ αυτών μάλιστα και με την παρουσία του προεδρείου του Εργατικού Κέντρου, όπως εξάλλου επιτρέπει η νομοθεσία. Ωστόσο, τότε -καλοκαίρι γαρ- είχε επικεντρωθεί στα ζητήματα προστασίας των εργαζομένων από θερμική καταπόνηση, δεδομένου ότι από τη φύση της δραστηριότητας αναπτύσσονται πολύ υψηλές θερμοκρασίες.
Ελεγκτές της ανεξάρτητης Αρχής επισημαίνουν στη «δημοκρατία» ότι οι τεχνικοί και ειδικοί επιθεωρητές, δηλαδή όσοι είναι επιφορτισμένοι με τους ελέγχους για ζητήματα υγείας και ασφάλειας, δεν έχουν ούτε την αρμοδιότητα ούτε τις γνώσεις για να υποκαταστήσουν την Πυροσβεστική, ως εκ τούτου απλώς διαπιστώνουν εάν είναι έγκυρα τα πιστοποιητικά πυρασφάλειας, ενώ το αντίστοιχο ισχύει και για την πιστοποίηση των μηχανημάτων σε κάθε χώρο εργασίας, όπου στη συγκεκριμένη δραστηριότητα αρμόδιες είναι οι περιφέρειες. Εχουν, όμως, οι τεχνικοί επιθεωρητές αρμοδιότητα να κάνουν γενικότερες συστάσεις που αφορούν τους όρους ασφαλείας, αλλά κάτι τέτοιο μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να σχετίζεται με την πολύνεκρη έκρηξη.
Η ουσία του προβλήματος έγκειται στο γεγονός ότι η Επιθεώρηση Εργασίας, είτε παλαιότερα ως τμήμα του υπουργείου Εργασίας είτε από το 2021 ως ανεξάρτητη Αρχή, παραμένει τραγικά υποστελεχωμένη. Και την ίδια στιγμή διαδοχικοί υπουργοί Εργασίας αδιαφορούν πλήρως για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας στους χώρους δουλειάς.
Πώς αλλιώς εξηγείται το γεγονός ότι για τους νομούς Τρικάλων και Καρδίτσας είναι υπεύθυνοι για τους ελέγχους χιλιάδων επιχειρήσεων μόλις τέσσερις τεχνικοί επιθεωρητές, ενώ συνολικά σε όλη την επικράτεια δεν ξεπερνούν τους 190; Αυτό μάλιστα συμβαίνει ενώ υπάρχουν ανοιχτές θέσεις προς πρόσληψη, όμως το ενδιαφέρον είναι μηδαμινό, εξαιτίας των πολύ χαμηλών απολαβών που προβλέπονται πλέον στο Δημόσιο.
Οσες επικοινωνιακές καμπάνιες και αν γίνονται, η πραγματικότητα είναι θλιβερή: από το 2022 έως τα τέλη του 2025, δηλαδή σε τέσσερα χρόνια, 633 άνθρωποι στην Ελλάδα σκοτώθηκαν εν ώρα εργασίας, παρά τις προειδοποιήσεις.
Ειδικότερα το 2022 104 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στους χώρους δουλειάς, το 2023 παρουσιάστηκε ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης με 179 απώλειες, ενώ το 2024 οι νεκροί έφθασαν τους 149. Οι 201 νεκροί το 2025 συνεπάγονται αύξηση 34,9%, ενώ καταγράφηκαν και 332 σοβαρά τραυματίες.
Το ζήτημα της καταγραφής είναι από μόνο του ένα άλλο τεράστιο κεφάλαιο: τα μόνα αξιόπιστα και έγκαιρα δημοσιευμένα στοιχεία είναι αυτά της Ομοσπονδίας Συλλόγων Εργαζόμενων Τεχνικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΟΣΕΤΕΕ), ο πρόεδρος της οποίας, δρ Ανδρέας Στοϊμενίδης, εκλέχθηκε τον Δεκέμβριο στη θέση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (EU-OSHA). Είναι χαρακτηριστικό πως τα τελευταία στοιχεία από την ΕΛ.ΣΤΑΤ., την οποία επικαλούνται και στο υπουργείο Εργασίας, αναφέρουν ότι καταγράφηκαν 51 νεκροί το 2023, αντί για 179 που κατέγραψε η ΟΣΕΤΕΕ, ενώ δεν υπάρχουν ακόμα στοιχεία για το 2024 και το 2025!
Επιπλέον, όπως υπενθυμίζει ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, «ο Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), από την πλευρά του, διατηρεί ετήσια δελτία εργατικών ατυχημάτων μισθωτών, αλλά τα τελευταία δημοσιευμένα δελτία αφορούν τα έτη 2021 και 2022! Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν δημοσιευμένα δελτία για τα έτη 2023, 2024 ή 2025, παρά το γεγονός ότι ο φορέας συλλέγει συνεχώς δεδομένα από δηλώσεις ατυχημάτων μισθωτών. Η έλλειψη σύγχρονων δεδομένων οδηγεί σε καθυστέρηση λήψης πολιτικών αποφάσεων, παρεμποδίζοντας τη λήψη στοχευμένων μέτρων πρόληψης και προστασίας των εργαζομένων» καταλήγει.


