Η Σαρακοστή, και ιδιαίτερα η Καθαρά Δευτέρα, φέρνει στο τραπέζι τα παραδοσιακά σαρακοστιανά. Πρόκειται κυρίως για νηστίσιμες επιλογές, όπως όσπρια και λαδερά πιάτα χωρίς κρέας, αλλά και για θαλασσινά όπως χταπόδια, καλαμάρια, θράψαλα, σουπιές, γαρίδες και μύδια, καθώς και προϊόντα όπως ο ταραμάς και το αυγοτάραχο. Στα γλυκά, ξεχωρίζει ο χαλβάς, που πλέον διατίθεται σε πολλές παραλλαγές.

Ορισμένα από αυτά τα τρόφιμα, ειδικά τα θαλασσινά, είναι ευαλλοίωτα. Με σωστή αποθήκευση, προσεκτική προετοιμασία και τήρηση των κανόνων υγιεινής, ωστόσο, οι κίνδυνοι για την υγεία των καταναλωτών περιορίζονται σημαντικά.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΕΦΕΤ δημοσίευσε ορισμένες χρήσιμες συμβουλές για την επιλογή τροφίμων που καταναλώνονται ειδικά την περίοδο της Σαρακοστής Αναλυτικότερα:
ΚΕΦΑΛΟΠΟΔΑ (π.χ. χταπόδια, καλαμάρια, θράψαλα, σουπιές)
Τα βρίσκουμε στην αγορά, είτε νωπά, είτε κατεψυγμένα, είτε αποψυγμένα. Στα νωπά προσέχουμε:
– Να μην έχουν δυσάρεστη οσμή, ή οσμή αμμωνίας, ή οποιαδήποτε άλλη οσμή, ξένη προς το προϊόν, αλλά να αναδίδουν την χαρακτηριστική οσμή της θάλασσας.
– Η επιφάνεια του σώματος να είναι υγρή και γυαλιστερή, ενώ τα πλοκάμια και οι βεντούζες να αντέχουν σε ελαφρύ τράβηγμα και να μην αποσπώνται εύκολα.
– Η σάρκα να είναι συμπαγής, ελαστική και γυαλιστερή ενώ τα μάτια να είναι γυαλιστερά, ζωηρά χωρίς κηλίδες. Ακόμη, έχοντας υπόψη ότι η αξία του καλαμαριού είναι υπερδιπλάσια από αυτή του θράψαλου, καλό είναι να έχουμε στο μυαλό μας τις διαφορές στα χαρακτηριστικά ανάμεσα στα καλαμάρια και τα θράψαλα όταν τα βλέπουμε ολόκληρα και να μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε, για να αποφύγουμε κάποια πιθανή παραπλάνηση. Τα καλαμάρια και τα θράψαλα έχουν μια χαρακτηριστική μορφολογική διαφορά στη μορφή του πτερυγίου τους.

Τα καλαμάρια έχουν ένα ρομβοειδές πτερύγιο που εκτείνεται στο μεγαλύτερο μήκος του σώματός τους, ενώ το πτερύγιο στα θράψαλα είναι τριγωνικού σχήματος και πιο πεπλατυσμένο. Όταν τα δύο είδη εκτίθενται νωπά πάνω στον πάγο είναι εύκολη η διάκρισή τους, γιατί τα θράψαλα διαθέτουν δέκα πλοκάμια παρόμοιου μήκους, ενώ τα καλαμάρια έχουν δύο χαρακτηριστικά πλοκάμια πιο επιμήκη σε σχέση με τα υπόλοιπα οκτώ. Τα κατεψυγμένα (συσκευασμένα ή χύμα) κεφαλόποδα δεν πρέπει να πωλούνται με αλλοιωμένη χροιά, ενώ συνήθως καλύπτονται από ένα στρώμα πάγου.
Μετά την απόψυξη το περιεχόμενο πρέπει να έχει το χρώμα και την οσμή του νωπού προϊόντος. Τα αποψυγμένα αλιεύματα που πωλούνται χύδην, θα πρέπει να διατίθενται στην αρχική συσκευασία τους, η οποία θα πρέπει να φέρει το σήμα αναγνώρισης (οβάλ σφραγίδα) της εγκεκριμένης εγκατάστασης που πραγματοποιήθηκε η απόψυξή τους. Κατά την πώλησή τους πρέπει υποχρεωτικά εκτός από τις ενδείξεις στη συσκευασία τους να έχουν εμφανή δήλωση της αποψυγμένης κατάστασής τους με την αναγραφή της λέξης «αποψυχθέν» στην ενδεικτική πινακίδα πώλησης. Τονίζεται ότι απαγορεύεται η απόψυξη στα καταστήματα πώλησης.
ΟΣΤΡΑΚΟΕΙΔΗ (π.χ. μύδια, κυδώνια, γυαλιστερές, στρείδια, αχιβάδες, χτένια)
Εφόσον πωλούνται νωπά με κέλυφος θα πρέπει να είναι ζωντανά και αυτό φαίνεται εύκολα αν ισχύουν τα εξής:
-Το κέλυφος είναι κλειστό και ανοίγει πολύ δύσκολα ή αν είναι μερικώς ανοιχτό με την ελάχιστη πίεση πάνω στο κέλυφός κλείνει μόνο του ερμητικά.
-Το περιεχόμενο είναι υγρό, καθαρό και άοσμο.
– Η σάρκα είναι υγρή, γερά προσκολλημένη στο κέλυφος. Είναι χαρακτηριστικό ότι με τσίμπημα καρφίτσας ή με λίγες σταγόνες λεμονιού προκαλείται συστολή του σώματος. Για τα αποφλοιωμένα μύδια που πωλούνται πάνω σε πάγο, παρατηρούμε αν η σάρκα τους είναι γυαλιστερή, συνεκτική και αναδίδει μυρωδιά θάλασσας. Τα μύδια πωλούνται επίσης και κατεψυγμένα με ή δίχως κέλυφος.
ΜΑΛΑΚΟΣΤΡΑΚΑ (π.χ. γαρίδες, καραβίδες, αστακοί, καβούρια)
Τα βρίσκουμε στην αγορά είτε ως νωπά, είτε ως κατεψυγμένα, είτε ως αποψυγμένα. Όσον αφορά τα νωπά, ελέγχουμε ότι:
– Δεν έχουν δυσάρεστη οσμή, αλλά αναδίδουν την χαρακτηριστική οσμή της θάλασσας.
– Τα πόδια τους είναι στερεά κολλημένα στο σώμα και σκληρά.
– Η μεμβράνη του θώρακα είναι τεντωμένη, ανθεκτική και διαφανής.


