Τι «έδειξε» η ιατροδικαστική για τα τραύματα της Αντιγόνης
Νέα στοιχεία έρχονται στο φως για τη γυναικοκτονία που συγκλόνισε τη Δράμα, με θύμα την 45χρονη Αντιγόνη και δράστη τον 50χρονο πρώην σύντροφό της, ο οποίος αμέσως μετά το έγκλημα έδωσε τέλος στη ζωή του.
Η ιατροδικαστική εξέταση ολοκληρώθηκε και αποκαλύπτει τη σφοδρότητα της επίθεσης που δέχθηκε η άτυχη γυναίκα. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο 50χρονος κατάφερε συνολικά επτά μαχαιριές με μαχαίρι μήκους άνω των δέκα εκατοστών. Ένα από τα χτυπήματα προκάλεσε διάτρηση της καρδιάς, ενώ τα υπόλοιπα έξι τραύματα έπληξαν τους πνεύμονες και γειτονικούς ιστούς, οδηγώντας στον θάνατό της.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το συμπέρασμα των ιατροδικαστών ότι δεν προηγήθηκε πάλη μεταξύ θύματος και δράστη πριν από την επίθεση. Το στοιχείο αυτό εξετάζεται από τις Αρχές στο πλαίσιο της ανασύνθεσης των τελευταίων στιγμών πριν από το έγκλημα.
Από την εξέταση της σορού του 50χρονου προέκυψε ότι έφερε τραύμα από πυροβόλο όπλο στον αριστερό κρόταφο, επιβεβαιώνοντας ότι αυτοκτόνησε μετά τη δολοφονία. Παράλληλα, κατά την έρευνα που ακολούθησε στην κατοικία του εντοπίστηκαν ηρεμιστικά χάπια.
Στο επίκεντρο η ψυχολογική κατάσταση του δράστη
Την ίδια ώρα, νέα δεδομένα προκύπτουν και για την ψυχολογική κατάσταση του δράστη. Σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν δει το φως της δημοσιότητας, ο 50χρονος παρακολουθούνταν από ψυχολόγο, ο οποίος εργαζόταν στην Ελληνική Αστυνομία. Κάθε Τρίτη επισκεπτόταν το ιδιωτικό του ιατρείο, χωρίς η υπηρεσία του να γνωρίζει την παρακολούθηση αυτή.
Όπως προκύπτει από τις ίδιες πληροφορίες, ο ψυχολόγος δεν είχε διαπιστώσει κάποια σοβαρή ψυχική διαταραχή, είχε όμως παρατηρήσει κρίσεις πανικού και έντονο άγχος. Για τον λόγο αυτό φέρεται να τον είχε παραπέμψει σε ψυχίατρο, από τον οποίο λάμβανε φαρμακευτική αγωγή με στόχο τη διαχείριση της κατάστασής του.
Μάλιστα, σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, αρχικά στον ίδιο ψυχολόγο είχε απευθυνθεί η 45χρονη, η οποία στη συνέχεια είχε παροτρύνει και τον 50χρονο να ζητήσει βοήθεια. Μετά το έγκλημα, ο ψυχολόγος κατέθεσε στους αστυνομικούς ότι, εάν είχε εντοπίσει στοιχεία επικινδυνότητας, θα είχε ενημερώσει σχετικά, προσθέτοντας ότι ο δράστης δεν είχε εκδηλώσει αυτοκτονικές ή αυτοκαταστροφικές τάσεις ούτε είχε εκφράσει πρόθεση να βλάψει κάποιο άλλο πρόσωπο.
Πέρα από την παρακολούθηση από ειδικούς ψυχικής υγείας, ο 50χρονος επισκεπτόταν συχνά και τον πνευματικό του. Από την πλευρά της, η 45χρονη προσπαθούσε να διαχειριστεί την κατάσταση ενημερώνοντας τον προϊστάμενό του για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, ενώ είχε ζητήσει ακόμη και μετάθεση στη Θεσσαλονίκη.
Τραγική διάσταση στην υπόθεση δίνουν και οι μαρτυρίες συγγενών της. «Της λέγαμε να κάνει καταγγελία, αυτό ήταν το λάθος της, δεν πίστευε ότι θα της έκανε κακό», ανέφερε ο θείος της 45χρονης, περιγράφοντας την αγωνία της οικογένειας και τις προειδοποιήσεις που, όπως λέει, είχαν προηγηθεί της τραγωδίας.
«Να μιλούν οι γυναίκες, για να προλάβουν το κακό»
Αναφορά στο ζήτημα έκανε νωρίτερα σήμερα το πρωί και η εκπρόσωπος Τύπου της αστυνομίας Κωνσταντία Δημογλίδου. «Η φίλη της γυναίκας μιλούσε για την προβληματική σχέση, μίλησε για ψυχολογική βία, η οποία δεν αφήνει σημάδια, και έχει απόλυτο δίκιο η γυναίκα που το δήλωσε. Δεν αφήνει σημάδια και πολλές φορές δεν το αντιλαμβάνεται και το θύμα. Και συγγενικό πρόσωπο του θύματος, είπε προηγουμένως στο βίντεο που προβάλλατε, ”όλες οι γυναίκες να μιλούν”. Να μιλούν για να προλάβουν το κακό. Καταλήγουμε πάλι στο ίδιο: ότι συνήθως κάποιος γνωρίζει ή υποψιάζεται ότι κάτι συμβαίνει, παρόλο που εδώ βλέπετε ότι όλοι αναφέρουν ότι δεν υπάρχει σωματική κακοποίηση», είπε αρχικά και συνέχισε:
«Όταν μιλάμε για δράστη αστυνομικό, ξεκινά άλλη διαδικασία μέσα από την ίδια την υπηρεσία του. Αυτή η κοπέλα υπηρετούσε σε ένα τμήμα συνοριακής φύλαξης. Δεν υπηρετούσαν σίγουρα στην ίδια υπηρεσία και μάλιστα δεν μας είχε αναφερθεί ποτέ από την υπηρεσία τους. Δεν ανήκε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής, κανένας από τους δύο, ουσιαστικά, δεν υπηρετούσε σε υπηρεσία ενδοοικογενειακής βίας. Ένας αστυνομικός ακόμα και στην υπηρεσία του μπορεί να αναφέρει, ή στην υπηρεσία του δράστη. Όταν υπάρχει κακοποίηση, κινείται άμεσα η διαδικασία, πόσω μάλλον όταν μιλάμε για ένστολο».
Σε ερώτηση για τον ψυχολόγο, η κ. Δημογλίδου απάντησε: «Όπως μας αναφέρεται από τις υπηρεσίες τους, και οι δύο δεν είχαν δώσει κανένα δικαίωμα, ακόμα και ως προς την απόδοσή τους στην εργασία, δεν είχαν δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα. Και δεν έχει αναφερθεί κάτι σε κάποιον προϊστάμενο της υπηρεσίας. Αυτός ο άνθρωπος είχε απευθυνθεί ιδιωτικά σε ψυχολόγο, ο οποίος τυγχάνει να είναι και ψυχολόγος της Αστυνομίας, συνεργάζεται και με την Αστυνομία. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, όταν ο ψυχολόγος διαπιστώσει ότι υπάρχει κίνδυνος για τη δική του ζωή ή για τη ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου, ενημερώνει άμεσα την Αστυνομία. Δεν μας έχει αναφερθεί ότι είχε διαπιστωθεί ότι υπάρχει κίνδυνος. Κάποια στιγμή φαίνεται ότι παραπέμφθηκε και σε ψυχίατρο».
